Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ωρέ, πού πάμε, ρε;


Υ.Γ.1 Λέγαμε, λοιπόν, ότι ο Ρανιέρι νόμιζε ότι είχε να συνεργαστεί με επαγγελματίες. Διαψεύστηκε πανηγυρικά. Σε παν επίπεδο. Ούτε οι δημοσιογράφοι, ούτε οι παράγοντες της Ε.Π.Ο., ούτε οι ποδοσφαιριστές παρουσίασαν στοιχεία επαγγελματισμού. Οι τελευταίοι, δε, είναι ηλίου φαεινότερο ότι ταλανίζονται από κάποιο πρόβλημα. Δεν ξέρω αν ήθελαν να διώξουν/σαμποτάρουν τον Ρανιέρι ή έχουν εκνευριστεί με τις πρωτοβουλίες της Ε.Π.Ο., αλλά αυτά τα κορμιά με τις γαλανόλευκες φανέλες που περιφέρονται στο χόρτο, δεν θυμίζουν επαγγελματίες ποδοσφαιριστές. Και είμαι απόλυτος σε αυτό.

Υ.Γ.2 Δεν χρειάζεται να είσαι επιστήμονας του ποδοσφαίρου για να καταλάβεις ότι το υλικό της Εθνικής Ελλάδος είναι μέτριο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Οι λόγοι είναι αρκετοί. Ας εξετάσουμε μερικούς.
  • Δεν είμαστε ποδοσφαιρομάνα σαν τα Νησιά Φερόε (sic!). Δεν έχουμε, για παράδειγμα, την ταχύτητα του Ολλανδού, την τεχνική επάρκεια του Ισπανού ή την τακτική πληρότητα του Γερμανού. Ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν γνωρίζει μπάλα, όπως ο Βραζιλιάνος, και για να μάθει πόδόσφαιρο χρεάζεται εκπαίδευση και καθοδήγηση από κάποιον έμπειρο, ικανό προπονητή. Διαθέτει, πάντως, κάποια στοιχεία, κυρίως ψυχικά και σωματικά, όπως αντοχή, φιλότιμο και πάθος, ενώ αμύνεται σωστά σε λίγα τετραγωνικά και ανταποκρίνεται ικανοποιητικά χωρίς κατοχή μπάλας, αλλά αυτά τα εφόδια επαρκούν μέχρι την περιοχή του αντιπάλου. Από εκείνο το σημείο και έπειτα χρειάζεται ταλέντο κι ο Έλληνας ποδοσφαιριστής δεν το διαθέτει. Επομένως, δεν προξενεί εντύπωση ότι δεν έχουμε εξτρέμ, δεκάρια και, σε γενικές γραμμές, παίχτες που μπορούν να οργανώσουν, να πλαγιοκοπήσουν, να κάνουν μπούκες και να παίξουν κάθετα. Και κάτι τελευταίο: στην προηγούμενη παράγραφο απέφυγα συνειδητά να μιλήσω για τον φίλαθλο/οπαδικό κόσμο. Αναφέρομαι σε αυτούς που δεν είναι ευχαριστημένοι με τίποτα. Με κανέναν προπονητή, με καμία πρόκριση, με καμία νίκη. Και έχουν το θράσος να δημιουργούν γκρουπάκια στα social media για να βγάλουν τα απωθημένα τους και την οργή του. Βρίσκοντας, συχνά, αποδιοπομπαίους τράγους. Σαν τον Κατσουράνη (φώτο) που συλλήβδην οι Έλληνες, οι οποίοι γνωρίζουν τα πάντα, θεώρησαν ότι αποτελεί την πηγή όλων των κακών. Φευ! Ελπίζω τώρα να καταλαβαίνουμε πόσο σημαντικοί αποδεικνύονται παίχτες όπως ο Κατσουράνης κι ο Καραγκούνης ή, παλαιότερα, ο Δέλλας κι ο Χαριστέας. Όχι μόνο ποδοσφαιρικά, αλλά και μέσα στα αποδυτήρια. Δεν ευθύνεται, με άλλα λόγια, μονάχα η πενία τάλαντος. Και κάπως έτσι φτάνουμε στο επόμενο bullet.
  • Η Εθνική στερείται προσωπικοτήτων. Τουλάχιστον αυτού του είδους η αύρα αναδύεται από το περιβάλλον της ομάδας. Σε αυτό, βέβαια, φέρουν ευθύνη οι υπεύθυνοι των φυτωρίων στις ελληνικές ομάδες, οι οποίοι πρέπει να επιτελούν και το έργο του παιδαγωγού, οι γονείς, που θεωρούν ότι ο κανακάρης τους είναι κλώνος του Χατζηπαναγή, οι δημοσιογράφοι και, τέλος, το κακό κεφάλι των ίδιων των ποδοσφαιριστών. Σε έναν ιδανικό κόσμο θα έπρεπε να απαγορευτεί κάθε αναφορά των δημοσιογράφων για νεαρούς, ταλαντούχους παίχτες. Πόσοι ταλαντούχοι Έλληνες, άραγε, δικαίωσαν τους διθυράμβους των δημοσιογράφων; Ο Νίνης; Ο Κουτσιανικούλης; Ο Φετφατζίδης; Ο Βέλλιος; Ο Μαυρίας; Ο Γιαννώτας; Ο Καπίνο; Μολαταύτα, γίνονται βεντέτες πριν γίνουν ποδοσφαιριστές. Και το καλάμι αποδεικνύεται το πιο ατίθασο άλογο. Βλέπεις, λοιπόν, φράντζες, τατουάζ, βόλτες στην παραλιακή, βίζιτες και αναρωτιέσαι πως αυτά τα κακομαθημένα παιδιά θα νοιαστούν για (το) ποδόσφαιρο. Και ως επιστέγασμα όλων αυτών που γράφω, παρατηρείς τον Κονέ να βγαίνει στην κάμερα και να μιλάει για «ανανέωση» και «ομαλή ένταξη των νέων», λες και ο ίδιος είναι μπαρουτοκαπνισμένος με το εθνόσημο και βρίσκεται στην Εθνική όλη του τη ζωή. Κι όμως, ο παίχτης έχει είκοσι, μόλις, συμμετοχές!
  • Συν τοις άλλοις, αρκετοί Έλληνες, νεαροί και μη, έχουν πάρει μεταγραφή στο εξωτερικό. Ορισμένοι, δε, εξ αυτών με ιδιαίτερα μεγάλα ποσά. Αυτό σημαίνει ότι έχουν ήδη ένα καλό συμβόλαιο κι ότι βρίσκονται στα μπλοκάκια των managers. Κάποιοι, μάλιστα, αγωνίζονται σε κορυφαία πρωταθλήματα και σε ομάδες που κάνουν πρωταθλητισμό. Θέλω να πω ότι είναι ήδη γνωστοί στον ευρωπαϊκό χάρτη. Θεωρώ, λοιπόν, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο τέτοιοι παίχτες να μην έχουν ιδιαίτερο κίνητρο για να αγωνιστούν με την Εθνική. Ίσως να πιστεύουν ότι δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν, ενδεχομένως να θεωρούν ότι θα καλούνται ανεξαρτήτως συνθηκών (π.χ. κακή φόρμα, άσχημη φυσική κατάσταση ή λίγα παιχνίδια στα πόδια) ή, απλώς, μπορεί να μην θέλουν να διακινδυνεύσουν κάποιο τραυματισμό που θα τους στερήσει τη θέση από την εντεκάδα του συλλόγου τους. Τέτοιοι παίχτες, δηλαδή, δεν βλέπουν την Εθνική ως μια ευκαιρία για να γίνουν γνωστοί, να βρουν ένα καλό συμβόλαιο στο εξωτερικό ή να καθιερωθούν, ούτε επειδή αποτελεί τιμή να εκπροσωπούν τη χώρα τους, αλλά σαν μια υποχρέωση «που πρέπει να γίνει» ή μια ευκαιρία για να πιουν φραπέ στη Γλυφάδα.
Υ.Γ.3 Έπαιρνε χαρτάκι ο Ρανιέρι; Αμφιβάλλω υπέρ το δέον. Πρώτον, διότι αυτές οι φήμες ξεκίνησαν, σχεδόν, άμεσα. Σαν τον τύπο που κλάνει και μετά ρωτάει ποιος την αμόλησε: πρωτοκλάστης, πρωτομυριστής. Επομένως, φαίνεται σαν προσχεδιασμένο το όλο εγχείρημα. Κι όταν βλέπεις τους δημοσιογράφους σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να καταφέρονται με τόση σφοδρότητα εναντίον του προπονητή, καταλαβαίνεις ότι ο Ιταλός άλλαξε, ή ήθελε να αλλάξει, κάποια πράγματα που ενόχλησαν ορισμένους. Επομένως, ποιον άκουγε ο Ρανιέρι; Σίγουρα επικοινωνούσε με τον Καραγκούνη και θεωρώ βέβαιο ότι ο τελευταίος τού πρότεινε ποδοσφαιριστές. Εξάλλου, έπρεπε, υποτίθεται, να εντάξουμε και νέο αίμα στην Εθνική. Είναι, επίσης, λογικό να μιλούσε με τον manager του και αναμενόμενο να του προτείνει κάποιους παίχτες. Αλλά να πέφτει σαν rookie στην παγίδα και να τους βάλει να αγωνιστούν σε επίσημο παιχνίδι για να αποκτήσει αξία ο εκάστοτε ποδοσφαιριστής; Δεν μου φαίνεται πιθανό το σενάριο. Τι είναι; Ο Νιόμπλιας; Εκτός αν ο υπαίτιος manager είναι ο Κόντης. Τότε, μπροστά σε τέτοιο μαέστρο, πάω πάσο: κανείς δεν μπορεί να τα βάλει με τον Κόντη. Για αυτό, λοιπόν, πιστεύω ότι οι επιλογές του για την αποστολή της ομάδας γινόντουσαν με βάση αυτά που έβλεπε στις προπονήσεις -αλλά και την τάση που έχει να δουλεύει με νεαρούς παίχτες. Κι όπως έχω αναφέρει πολλάκις, εμείς δεν έχουμε ιδέα τι συμβαίνει στις προπονήσεις και, μοιραία, υποβαθμίζουμε τη σημασία τους. Τέλος, πήρε χαρτάκι από τον Σαρρή; Φρονώ πως όχι. Ο Ρανιέρι δεν έδειξε διατεθειμένος να συνεργαστεί ιδιαίτερα με τους παράγοντες της Ε.Π.Ο. κι ο Σαρρής θα ήταν αφελής -ας μην τον χαρακτηρίσω διαφορετικά- να δώσει χαρτάκι σε έναν προπονητή με πλούσιες παραστάσεις. Τις φήμες, λοιπόν, τις πυροδότησαν οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι όλο και κάποια «ποντικάκια» θα έχουν στα αποδυτήρια ή στην Ε.Π.Ο., αλλά για την εξάπλωση αυτών φρόντισε κι ο ίδιος ο προπονητής με τις κλήσεις του! Τον λόγο τον αναφέραμε σε προηγούμενο υστερόγραφο: νόμιζε ότι είχε να συνεργαστεί με επαγγελματίες. Αν υποθέσουμε, πάντως, ότι ένας προπονητής παίρνει χαρτάκι, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι δημιουργείται άσχημο κλίμα στα αποδυτήρια και οικοδομείται έντονος αρνητισμός: οι παίχτες δύσκολα ακούνε έναν προπονητή που ακούει άλλους.

Υ.Γ.4 Ποιο ήταν το λάθος του Ρανιέρι; Υπερτίμησε τις δυνατότητες του Έλληνα ποδοσφαιριστή και υποτίμησε την ισχυρή αντίσταση που επιδεικνύει στην αλλαγή. Υπέπεσε σε άστοχες δηλώσεις που ήρθαν σε ασυμφωνία με το κύμα ανανέωσης που, υποτίθεται, έπλεε στο background. Κι όταν λέω άστοχες δηλώσεις, εννοώ το σαφές και ρητό μήνυμα ότι θα προκριθούμε στο Euro. Αν θέλαμε να προκριθούμε στο Euro, συγγνώμη, αλλά ο Ρανιέρι εξαρχής ήταν ακατάλληλος: θα έπρεπε να προτιμήσουμε ένα κλώνο του Ρεχάγκελ ή του Σάντος. Σε μια τέτοια περίπτωση το λάθος δεν είναι του Ρανιέρι, αλλά της Ε.Π.Ο., αλλά δεν μπορώ να αποκρυπτογραφήσω τη λογική που κρύβεται από πίσω, διότι δεν γνωρίζω τι έχει ειπωθεί μεταξύ Ρανιέρι και Σαρρή. Προσωπικά κατάλαβα ότι ο Ιταλός έρχεται για να προσθέσει νέα στοιχεία στο παιχνίδι της Εθνικής και να εκπαιδεύσει σε διαφορετικά πεδία τον Έλληνα ποδοσφαιριστή (π.χ. στο επιθετικό παιχνίδι ή στο ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας), ώστε να γίνουμε περισσότεροι απρόβλεπτοι. Ουδέποτε πίστεψα, και επ' ουδενί δεν αντιλήφθηκα, ότι θεωρούσαμε σίγουρη και δεδομένη την πρόκριση στο Euro. Πρόκειται σίγουρα περί επικοινωνιακού λάθους, αλλά τότε ουδείς αντέδρασε. Ίσως, πάλι, ο Ιταλός να υποτίμησε τον όμιλο, ακόμα και διάφορες μεταβλητές, όπως τραυματισμούς, που πάντοτε διαδραματίζουν υπεύθυνο ρόλο στην εξίσωση μιας πρόκρισης. Εντούτοις, οι δηλώσεις του περί «καταστροφής» σε περίπτωση που δεν παίρναμε την πρόκριση, φανερώνουν ότι είχε γνώση της κατάστασης -εκτός αν το κίνητρο των δηλώσεων αυτών σχετιζόταν αποκλειστικά με την αφύπνιση των ποδοσφαιριστών και την ενδόμυχη πίστη περί πρόκρισης. Ίσως, πάλι, να μην υποτίμησε τον όμιλο, αλλά να υπερεκτίμησε τις δυνατότητές του. Εξού και τα αγωνιώδη πειράματα με διάφορα συστήματα και διατάξεις όταν διέγνωσε τακτικές αστοχίες, το γεγονός ότι, εν τέλει, δεν αποδείχτηκε τόσο διαβασμένος για τα χαρακτηριστικά ορισμένων ποδοσφαιριστών ή η απομάκρυνση των Φύσσα και Βόκολου, και η αντικατάσταση αυτών από τους συνεργάτες του Ιταλού. Αλλά είμαι της άποψης ότι η αντικατάσταση των Φύσσα και Βόκολου γνώρισε υπερβολική προβολή: αν ερχόντουσαν οι νίκες, ουδείς θα έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες. Και, για να είμαστε και λίγο ειλικρινείς, υπάρχει προπονητής τέτοιου βεληνεκούς στον ποδοσφαιρικό πλανήτη που αναλαμβάνει μια ομάδα και δεν φέρνει τους συνεργάτες του μαζί του; Δεν το νομίζω.

Υ.Γ.5 Συγκεφαλαιώνοντας επιλογικά, αλίμονο αν ο μοναδικός φταίχτης είναι ο Ρανιέρι: τότε η πρόγνωση θα ήταν καλή και η θεραπεία σύντομη. Ο Ρανιέρι και η Εθνική δεν έκαναν fit. Δεν ταίριαζαν. Η Εθνική Ελλάδος, όμως, ήδη από την εποχή Σάντος, φαίνεται ότι ταλανίζεται από εσωτερικά προβλήματα. Ελπίζω να το καταλαβαίνουμε αυτό.


Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Επική υπέρβαση

Τι παιχνίδι, άραγε, περιμένεις να παρακολουθήσεις, όταν το heavy favourite σκοράρει στο πρώτο, μόλις, λεπτό του αγώνα; Και πώς να αντιδράσει ο Α.Π.Ο.Ε.Λ.; Τι να κάνει; Έφαγε το γκολ και η άμεση αντίδραση της ομάδας του Δώνη (φώτο) ήταν να αμυνθεί πίσω από σέντρα και μπάλα με τρεις γραμμές άμυνας. Μπορεί κανείς να προβεί σε οποιαδήποτε κατηγορία; Όχι, βέβαια. Εξάλλου, όταν βλέπεις αυτήν την ποδοσφαιρική απάτη, τον Λούκας Μόουρα, να κάνει την καλύτερή του εμφάνιση με αντίπαλο ένα άβγαλτο αριστερό μπακ, δεν μπορείς να σχολιάσεις το παιχνίδι.


Μήπως μπορείς να σχολιάσεις το παιχνίδι στο Τορίνο; Κάπως περισσότερο. Αν και δεν θέλω να αναφερθώ σε τακτική, αλλά σε ορισμένες λεπτομέρειες. Βλέπεις, λοιπόν, τον Μπουφόν, σε μια εύκολη ομολογουμένως φάση, αντί να μπλοκάρει την μπάλα, να την διώχνει σε κόρνερ. Το αποτέλεσμα; Γκολ από τον Μποτία και ισοφάριση από τον Ολυμπιακό. Μου θύμισε ένα ματς της Α.Ε.Κ. στο οποίο ο Μανωλάς, ο θείος του Έλληνα Μπεκενμπάουερ, όντας πιεζόμενος, αντί να διώξει την μπάλα πλάγιο άουτ, προτίμησε για κάποιον λόγο που μόνο ο ίδιος ξέρει να την πετάξει κόρνερ. Και μόλις έγινε η εκτέλεση, παίρνει κεφαλιά ο αντίπαλος και την καρφώνει στα δίχτυα του Μήνου. Με την κάμερα να κάνει κοντινό στον Μανωλά ο οποίος έχει πάρει μια φάτσα του στυλ «έκανα μαλακία». Παρόμοια φάτσα πήρε κι ο Μπουφόν.

Το ποδόσφαιρο, πάντως, δεν ερμηνεύεται πάντα με τη λογική. Για αυτό κι εγώ ευθαρσώς δηλώνω ότι η πορεία του Ολυμπιακού στο τσου λου συνιστά κάτι παράλογο. Όχι, δεν θα αποθεώσω την ήττα από την Γιουβέντους -από πότε πανηγυρίζουμε όταν χάνουμε;-, αλλά θα δηλώσω ευθαρσώς ότι στην Ευρώπη, όπου επικρατούν συνθήκες υψηλής πίεσης, έντασης και επικινδυνότητας, το να αγωνίζεσαι με εννιά παίχτες, με καλύτερο παίχτη τον τερματοφύλακα και με τον διαιτητή να κόβει το καρπούζι στην μέση, και παρόλα αυτά να έχεις μαζέψει έξι βαθμούς, συνιστά υπέρβαση. Επική υπέρβαση.

Υ.Γ.1 Όταν στην Βουλή έχουν μαζευτεί άνθρωποι -και «άνθρωποι»- χωρίς παιδεία, γνώση και ήθος, γιατί απορούμε με αυτά που λέγονται και γίνονται στις συνεδριάσεις; Και γιατί παραξενευόμαστε με αυτά που βλέπουμε στην κοινωνία;

Υ.Γ.2...

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Μόνο αυτό καταλαβαίνει

Ο Έλληνας είναι ωραίος τύπος. Λεβεντόπαιδο και τσολιάς. Καλαμπουρτζής. Και, σύμφωνα με τις τουρίστριες, αλλά όχι τις Ελληνίδες, Greek Lover. Πας, ρε παιδί μου, σε ένα ταβερνάκι και περνάς ωραία μαζί του. Τρως τα τζατζίκια σου, τα λοκάνικά (sic!) σου, τους κολοκυθοκεφτέδες σου και ακούς ιστορίες, φανταστικές και μη, για πλείστα ζητήματα. Με τη συνοδεία του οίνου να καθιστά το κλίμα πιο παιχνιδιάρικο και, άρα, οι δόσεις μυθοπλασίας που λαμβάνει το είναι σου να γίνονται (απο)δεκτές πιο ευχάριστα. Σε αυτό το σημείο, βέβαια, πρέπει να αναφέρουμε ότι ορισμένοι λατρεύουν τα ψέμματα και τις υπερβολές, επιδεικνύοντας μία αδιαφιλονίκητη αλλεργία στην αλήθεια. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση που ένας άντρα προσπαθεί να ρίξει μια γκόμενα. Όχι, βέβαια! Με τις γυναίκες να ερωτεύονται σφόδρα αυτές τις ιστοριούλες που τους ξεφουρνίζουν οι επίδοξοι καζανόβες, σε σημείο να θεωρούνται πλέον απαραίτητες, και, στη συνέχεια, να πλάθουν τα δικά τους ευφάνταστα και, εν πολλοίς, παρανοϊκά σενάρια στο μυαλό τους. Αυτό, λοιπόν, ισχύει και για τους Έλληνες πολίτες.


Θυμάστε τον Καραμανλή που έκανε λόγο για μέτρα λιτότητας, ενόσω ο Τζέφρυ δήλωνε, πάντοτε με στόμφο, «λεφτά υπάρχουν»; Ποιον εξέλεξε, άραγε, ο ελληνικός λαός; Ρητορικό το ερώτημα. Για να μην αναφέρω τον Μητσοτάκη που εδώ και είκοσι χρόνια έβγαινε στις κάμερες και έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου για τα των οικονομικών, και τον λοιδορούσαν. Ο Έλληνας πολίτης, όμως, τον χαβά του. Συνέχιζε ακάθεκτος. Και συνεχίζει ακάθεκτος. Δεν βάζει μυαλό με τίποτα. Σαν να παριστάνει την πουτάνα που δεν μπορεί να ξεφύγει από τον νταβατζή της. Σειρά, λοιπόν, παίρνει ο ευκλεής Τσίπρας, ο οποίος καταβάλλει υπεράνθρωπη προσπάθεια για να εισέλθει στο πάνθεον της υπερβολής, της μιζέριας και της χαζομάρας. Και, πράγματι, φαίνεται να τα καταφέρνει. Με τον όχλο να ζητωκραυγάζει και να ονειρεύεται την επιστροφή στις μέρες της δόξης. Τότε που το ΠΑ.ΣΟ.Κ. εξέφραζε την κυρία Διαμαντοπούλου και τους λοιπούς συντρόφους. Ναι, οι Έλληνες ζούνε με το χθες, αλλά θα πρέπει, σήμερα κιόλας, να ξεκινήσουν την καταβολή νοητικής προσπάθειας. Ειδάλλως, το έργο στον καμβά της άμβλυνσης της αξιακής πτώχευσης προμηνύεται έτι δυσκολότερο· προμηνύεται άχρωμο και άοσμο. Και να σταματήσουν να πειραματίζονται με γεύσεις παγωτών ή να δέχονται παράλογα ρίσκα, όπως τον κοπιώδη αγώνα του Τσίπρα να συμπαρασύρει την Ελλάδα και, ίσως, ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο προς επικίνδυνες «αριστερές» ατραπούς.

Ο Έλληνας πολίτης, επομένως, προσκολλημένος στις ανεδαφικές υποσχέσεις του Τσίπρα, βαυκαλίζεται ότι οι τωρινές νόρμες θα καταρρεύσουν και το κατεστημένο της Τρόικας θα κλονιστεί συθέμελα. Και, όντας τυφλωμένος, αδυνατεί να διακρίνει την φαντασία από την πραγματικότητα. Είναι ανήμπορος να συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει γύρω του. Τι τον ενδιαφέρει, άραγε; Τι έλκει την προσοχή του; Τι, εν τέλει, τον ενοχλεί; Τον απασχολεί, για παράδειγμα, η επιθυμία του Λάκη Γαβαλά (φώτο), του βασιλιά της πασαρέλας, να πολιτευτεί; Με τον ίδιο να δείχνει μια προτίμηση για το Υπουργείο Τουρισμού ή Πολιτισμού. Όπως δήλωσε: «Τόσα χρόνια έχω φέρει πάρα πολύ κόσμο στην Ελλάδα από το εξωτερικό. Μεταξύ αστείου και σοβαρού, ξέρω τι είναι αυτό που θέλει ο τουρίστας για να περάσει καλά». Θα μου πείτε, βέβαια, και θα έχετε και δίκιο, ότι τόσοι γελωτοποιοί έχουν μαζευτεί στην Βουλή, ένας ακόμα δεν πειράζει. Τέλος πάντων. Μήπως του προκαλεί δυσφορία το γεγονός ότι τα ρουσφέτια συνεχίζουν να υφίστανται; Σας παρακαλώ, δεν θέλω κουταμάρες. Προφανώς και η απάντηση είναι αρνητική, εκτός αν τα απολαμβάνουν άλλοι κι όχι οι ίδιοι. Οι προκλήσεις της Τουρκίας τον ανησυχούν; Για παράδειγμα, τα τουρκικά αεροπλάνα πετάνε πάνω από τη Χίο και οι τουρκικές φρεγάτες κάνουν κρουαζιέρα μέχρι την Εύβοια (!!!), ενώ, μόλις χθες, μία τουρκική ακταιωρός στο Θρακικό Πέλαγος, μιμούμενη τις τριήρεις των αρχαίων Ελλήνων, επιχείρησε να εμβολίσει μια ελληνική μηχανότρατα.

Εν κατακλείδι, ο Έλληνας πολίτης δεν συγκινείται και δεν πτοείται από τέτοιες καταστάσεις. Τι επιζητά; Την παλινόρθωση. Τότε που έδεναν τα σκυλιά με λουκάνικα. Όποιος υποσχεθεί χρήμα, ασχέτως ικανοτήτων, αυτόματα μετατρέπεται σε λαοφιλή σωτήρα. Έχει σημασία το πως και γιατί έφτασε η χώρα σε αυτό το σημείο; Φυσικά! Αλλά o Έλληνας πολίτης αρνείται να βασανίσει εαυτόν με τέτοιες λεπτομέρειες: αποφεύγει την ατομική ευθύνη, αρνείται να αντικαταστήσει τους εγωιστικούς ατομικισμούς με ήθος και διαφημίζει, με την κυριολεξία της λέξης, την αφοσίωσή του σε μια κατάσταση ανωριμότητας, ανειλικρίνειας και απόλυτης ευπιστίας ή άρνησης. Η άγνοια του, δηλαδή, κυριαρχεί των ενστίκτων του και καταργεί τη λογική διάθεση. Μολαταύτα, νομίζει ότι τα γνωρίζει όλα: από ιατρική και πολιτική μέχρι προπονητική και, εσχάτως, αρχαιολογία. Κι όμως, δεν γνωρίζει τον εαυτόν του. Φοβάται να το αποτολμήσει και για αυτό προτιμά να σπάσει τον καθρέφτη του. Αυτή η άγνοια, λοιπόν, τον οδηγεί στο ανόητο συμπέρασμα ότι πρέπει να λειτουργεί με αξιοπερίεργα και, συνάμα, απόλυτα κριτήρια. Ο Έλληνας, επομένως, πονάει στην τσέπη. Μόνο αυτό τον ενδιαφέρει. Μόνο αυτό καταλαβαίνει. Τίποτα άλλο.

Υ.Γ.1 Από τον Κώστα Καίσαρη: «Έχει κληθεί σε τηλεοπτική εκπομπή ο Σταύρος Θεοδωράκης και μια κοπέλα από το πάνελ των θεατών τού κάνει την ερώτηση: ''Γιατί να σας πιστέψουμε και να σας εμπιστευθούμε;''. Κι ο Σταύρος που φιλοδοξεί να κυβερνήσει την Ελλάδα δίνει την εξής απάντηση: ''Ενας άνθρωπος που είναι δέκα χρόνια στην τηλεόραση, δεν μπορεί να λέει ψέματα!'' Πάταγος. Αν είναι έτσι, να γίνει πρωθυπουργός ο Γιώργος Τράγκας. Με 25 χρόνια στην τηλεόραση κατά τη θεοδωράκεια λογική λέει πάντα αλήθεια».

Υ.Γ.2 Αυτός ο Καρπετόπουλος τι έχει πάθει τους τελευταίους μήνες και έχει ξεφύγει; Σε ορισμένα άρθρα γράφει χειρότερα κι από τον Νικολακόπουλο, ενώ έχω παρατηρήσει ότι συχνά το ένα του κείμενο αναιρεί το άλλο.

Υ.Γ.3 Τι κοινό έχουν οι  Eric Adams, Bruce Dickinson και Rob Halford; Και οι τρεις θεωρούνται κορυφαίες φωνές. Και, χωρίς ίχνος αμφισβήτησης, δικαίως συγκαταλέγονται στους κορυφαίους. Αλλά, να με συγχωρούν ορισμένοι, το απόλυτο είδωλο είναι ο Messiah Marcolin. Ο τύπος δεν υπάρχει. Απίστευτη φωνή! Και δεν αναφέρομαι μόνο σε studio εκδόσεις, αλλά σε live που κρατάνε 1,5 ώρα. Το ίδιο ισχύει και για τις εκτελέσεις των τραγουδιών από τον Leif Edling και την παρέα του. Όσο και να ψάξεις, δεν μπορείς να βρεις ούτε ένα ψεγάδι!

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Η Παναγιά δεν αστειεύεται

Λέγαμε ότι ο Μήτρογλου στο τελευταίο ματς του Ολυμπιακού ήταν περικυκλωμένος από τρία σέντερ μπακ. Νταξ, όμως, έπαιζε με την Γιουβέντους και ένοιωθε την καυτή ανάσα των Κιελίνι, Μπονούτσι και Ογκμπόνα. Υπάρχει, άρα, ένα άλλοθι. Στο παιχνίδι με τον Παναθηναϊκό τι άλλοθι υπάρχει; Τι θα σκεφτούν, άραγε, οι ρεπόρτερ του Ολυμπιακού για να δικαιολογήσουν την εμφάνισή του; Την απάντηση, υποθέτω, θα την δώσει ο Νικολακόπουλος -και δεν αστειεύομαι. Έβλεπες, λοιπόν, τον Μήτρογλου να μην μπορεί να στρίψει, να μην μπορεί να σπριντάρει, να μην μπορεί να κοντρολάρει, να μην μπορεί να κινηθεί, με ή χωρίς την μπάλα, και σε έπιανε θλίψη. Η αποθέωση, όμως, έρχεται στη φάση που βγαίνει τετ-α-τετ με τον Στιλ. Μπορεί να μην έχει επιτάχυνση, ταχύτητα ή ντρίπλα, αλλά η πιρουέτα που επιχειρεί, και μάλιστα σε δεύτερο χρόνο, είναι εντυπωσιακή. Το ίδιο και η γκριμάτσα (φώτο) μετά το χαμένο πέναλτι.


Σε ανάλογη κλίμακα, εντούτοις, κυμάνθηκε και η παρουσία του Αμπιντάλ. Δεν θέλω να στενοχωρήσω τους φίλους του Ολυμπιακού, αλλά αυτό το πράγμα που βλέπουμε δεν έχει σχέση με τις εμφανίσεις του σε Λιλ, Λιόν και Μπαρτσελόνα. Αδυνατεί να συνεργαστεί με τον παρτενέρ του στο κέντρο της άμυνας, δεν επικοινωνεί με τον Ρομπέρτο, δείχνει να μην έχει φρεσκάδα και του λείπει τελείως η στοιχειώδης σοβαρότητα που πρέπει να διέπει έναν παίχτη της αμυντικής γραμμής. Ας μην στεκόμαστε, όμως, μονάχα στον Αμπιντάλ, αλλά ας επεκταθούμε λίγο περισσότερο. Έχω την αμυδρά εντύπωση ότι αν το κεντρικό αμυντικό δίδυμο ανέβει (λίγο πιο) ψηλά, θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα στην πλάτη της άμυνας. Και δεν αναφέρομαι στην περίπτωση που έχει να αντιμετωπίσει μεγαθήρια. Λίγη άγνοια κινδύνου να έχεις, όπως ο Εργοτέλης, και προξενείς έντονη εφίδρωση στον Μίτσελ. Αυτό, βέβαια, το γνωρίζει ο προπονητής του Ολυμπιακού, αλλά δεν μπορεί να στήνει την ομάδα στο ελληνικό πρωτάθλημα όπως στα ευρωπαϊκά ματς, δηλαδή να περιμένει τον αντίπαλο στο μισό γήπεδο και να ψάχνει την κόντρα: θα τον πάρει ο Σάββας στο κυνήγι και θα έχει και δίκιο. Όπως, επίσης, γνωρίζει πως όταν ο αντίπαλος ασκήσει έντονη πίεση στην περιοχή του Ρομπέρτο, όπως στα παιχνίδια με Ατλέτικο και Γιουβέντους, τότε κάνει την εμφάνισή του ο πανικός. Χθες, πάντως, μάθαμε ότι ακόμα κι αν ο αντίπαλος, ο οποίος θα ήθελε την ισοφάριση, δεν έχει τα φόντα να περικυκλώσει την περιοχή του Ολυμπιακού, πάλι εμφανίζεται ο πανικός. Κι αυτό είναι κακό σημάδι. Ίσως να ευθύνεται το γεγονός ότι δεν μπορεί να διαχειριστεί την ταμπέλα του σούπερ φαβορί τα τρία τελευταία χρόνια που αντιμετωπίζει τον Παναθηναϊκό εντός έδρας.

Κι εδώ αναδύεται το εξής ερώτημα: ποια ήταν η τακτική του Αναστασίου; Να το θέσω αλλιώς. Τι ήθελε να αποκομίσει από το ματς; Επιθετική άμυνα δεν έπαιζε. Όρεξη για να κλέψει μπάλες δεν διέκρινα. Διάθεση για να βγει στην κόντρα δεν είχε -άρα απορρίπτεται το ποδόσφαιρο αναμονής. Τι ήθελε, επομένως; Η αίσθησή μου είναι ότι προσπάθησε να συγκρατήσει το σκορ σε χαμηλά επίπεδα και να φύγει απ΄οτο γήπεδο με μια ανώδυνη ήττα -κι αν καθόταν το Χ, ακόμα καλύτερα. Η ομάδα, ειδικά από την στιγμή που δεν σπαταλούσε δυνάμεις στην επίθεση, μπόρεσε να αμυνθεί σχετικά ικανοποιητικά σε λίγα τετραγωνικά και να «καταστρέψει», κατά κάποιον τρόπο, το παιχνίδι του αντιπάλου. Κι όμως, αν έψαχνε το γκολ, θεωρώ ότι θα μπορούσε να το πετύχει, αλλά πιθανολογώ ότι φοβήθηκε τον Ολυμπιακό περισσότερο από όσο έπρεπε. Έναν Ολυμπιακό που δείχνει να έχει σοβαρά προβλήματα όταν προσπαθεί να παίξει ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας. Και μπορεί αυτό στην Ευρώπη να του ταιριάζει και να παίρνει μεμονωμένες νίκες, αλλά στην Ελλάδα αντιπροσωπεύει απώλεια βαθμών. Και η Παναγιά δεν αστειεύεται.

Υ.Γ.1 Θα το ξαναγράψω για να το εμπεδώσουμε. Το πρωτάθλημά μας είναι χειρότερο από αυτό που νομίζει ο μέσος φίλαθλος/οπαδός. Και εννοώ αποκλειστικά από πλευράς ποιότητας. Αυτό, δηλαδή, που βλέπουμε στο χόρτο. Μην το πάμε σε παραγοντιλίκια και παρασκήνια.

Υ.Γ.2 Δεν ξέρω τι όνειρο είδε ο Λουίς Ενρίκε και ξεκίνησε τον Σουάρες στην βασική εντεκάδα. Πιθανολογώ ότι πίσω από αυτήν την επιλογή κρύβονται χορηγίες, διαφημίσεις και συμβόλαια. Δεν εξηγείται διαφορετικά. Ούτε κατάλαβα γιατί έβαλε τον Ματσεράνο δίπλα στον Πικέ. Νόμιζα ότι είχε τελειώσει αυτό το αστείο. Το ξέρω ότι ο Ματιέ μπορεί να καλύψει και την αριστερή πλευρά, αλλά όχι απέναντι σε μια ομάδα που απλώνει το παιχνίδι της σε όλο το πλάτος του γηπέδου, τρέχει σαν άλογο κούρσας στο ανοιχτό γήπεδο και έχει το καλύτερο επιθετικό transition game στον πλανήτη. Επίσης, δεν μπορώ να καταλάβω που αποσκοπούν όλα αυτά που ακούγονται για τον Μέσι. Τι να κάνει ο άνθρωπος; Να πάρει την μπάλα και να περάσει όλη την Ρεάλ; Η άμυνα της Μπαρτσελόνα, πάντοτε για το επίπεδό της, ήταν κάκιστη. Το ίδιο και η κυκλοφορία της μπάλας. Πού ήταν τα κάθετα σπριντ; Πού ήταν οι κάθετες πάσες; Και για μία ακόμα φορά είδαμε μια ομάδα, την Ρεάλ, να έχει την πρωτοβουλία, αλλά να μην έχει κατοχή. Εντυπωσιακό.

Υ.Γ.3 Μην περιμένετε να γράψω άρθρο για τον Άρη. Μου αρέσει να γράφω για ομάδες, όχι μπουρδέλα.

Υ.Γ.4 Πάμε δυνατά. Πολύ δυνατά! Πάρα πολύ δυνατά!

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Πρώην και νυν

Την είδαμε την πρώην αμυντική γραμμή του Ολυμπιακού στο παιχνίδι με την Μπάγερν. Δικαιώθηκαν όλοι όσοι έλεγαν ότι όταν έρθουν τα δύσκολα παιχνίδια, θα κλάψουνε μανούλες. Και, όντως, έκλαψαν. Μπορούσε ο Χολέμπας, ο οποίος αντικατέστησε τον (ανεπαρκή) Κόουλ στο ημίχρονο, να μαρκάρει τον Ρόμπεν; Σαν να βλέπω τον Βαγκέλι με τον Ριμπερί, στο Μπάγερν - Άρης, ή τον Φύσσα με τον Χοακίν, στο Euro 2004. Νταξ, το παραδέχομαι, ήμουν υπερβολικά υπερβολικός. Ο Μανωλάς στο κέντρο της άμυνας έπαιζε άμυνα; Όχι, και είμαι απόλυτος σε αυτό. Με τα χέρια έπαιζε. Τη μία φορά κρατούσε τον αντίπαλο από τη φανέλα, τη δεύτερη έκανε τάκλιν με τεντωμένα χέρια εντός περιοχής, λες και ήταν Playmobil σε ανάταση, και την τρίτη σήκωνε το χέρι για οφσάιντ, με τη διαφορά ότι αδυνατούσε να παίξει το τεχνητό οφσάιντ. Παράξενο, όμως: στην Ελλάδα ούτε έκανε πέναλτι μήτε έπαιρνε κάρτες. Γιατί απέκτησε τόσο κακές συνήθειες στην Ρόμα; Αίνιγμα για δυνατούς λύτες.  Κι ο Τοροσίδης; Απλή αναφορά στο φύλλο αγώνος. Σαν να ήπιε το φίλτρο της εξαφάνισης. Σαν να ήταν φοβισμένο γατάκι. Έπαιρνε καμιά πασούλα και ξεφορτωνόταν την μπάλα λες και ήταν βόμβα. Τι απέγινε ο φλύαρος και αποφασιστικός Τοροσίδης της Εθνικής Ελλάδος;


Κάπως έτσι, λοιπόν, ο λογαριασμός για την Ρόμα σταμάτησε στα εφτά (7) τεμάχια. Δεν ευθύνονται, βέβαια, αποκλειστικά οι προαναφερόμενοι. Όχι, βέβαια. Φταίει κι ο προπονητής, ο οποίος άφησε την ομάδα γυμνή στη μεσαία γραμμή, με τον Ντε Ρόσι να παίζει πέτρα-μολύβι-ψαλίδι-χαρτί για να αποφασίσει ποιον θα πρωτομαρκάρει, έχοντας στο μυαλό του να παίξει κάτι σαν ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας. Ο Γκαρσία, επομένως, ανέλαβε μη υπολογισμένα ρίσκα και ιδού το αποτέλεσμα: οι παίχτες του Γκουαρντιόλα λεηλάτησαν την Ρώμη σε, μόλις, 35 λεπτά και επέφεραν πανικό στον ευπαθή Ντε Σάνκτις. Το ομολόγησε, εξάλλου, κι ο ίδιος ο προπονητής της Ρόμα. Πήρε την ευθύνη πάνω του. Δεν φανέρωσε συμπεριφορά Αναστασίου. Ότι φταίνε, τάχα μου, οι διαιτητές, οι αρμόδιοι, το αντιποδόσφαιρο του αντιπάλου και/ή οι παίχτες του -αλλά ποτέ ο ίδιος. Η Μπάγερν Μονάχου, πάντως, κάνει επίδειξη δύναμης και σκορπάει τον τρόμο. Τελικά, η απορία λύθηκε: αυτοί πλήρωσαν, εμείς μάθαμε.

Αυτά, όμως, αφορούν το Ρόμα - Μπάγερν, με την πρώην αμυντική γραμμή του Ολυμπιακού, απέναντι σε έναν ρομποτικό αντίπαλο, να μην μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Εντούτοις, η νυν αμυντική γραμμή του Ολυμπιακού τα πήγε αρκετά καλά. Μέχρι κι ο Μποτία, ο Κοστάντσο της άμυνας, όταν αμύνεται σε λίγα τετραγωνικά, είναι πιο αποτελεσματικός. Όταν, δηλαδή, έχει τον αντίπαλο από κοντά και, κυρίως, όταν δέχεται βοήθειες από τη μεσαία γραμμή -αν κι ο Αμπιντάλ, για ακόμα ένα ματς, φάνηκε άτολμος και τακτικά μπερδεμένος. Με ενισχυμένο, λοιπόν, κέντρο, τον Κασάμι και τον Μανιάτη να μετατρέπονται σε εσωτερικά χαφ, τον Μαζουακού να πονοκεφαλιάζει τον Λιχτστάινερ και τον Ογκμπόνα που έσπευδε για βοήθεια, και τον Τσόρι να κρατάει με επιτυχία την μπάλα και τον ρυθμό στα πόδια του, ο Ολυμπιακός εκμεταλλεύτηκε πλήρως την νωθρή παρουσία των Βιδάλ, Πογκμπά και, κυρίως, Πίρλο, και  πήρε τα ηνία στο σκορ (κλισέ). Έστω κι αν ο Κασάμι στη φάση του γκολ έχει ελεύθερη πάσα στον Τσόρι, αλλά προτιμά να τελειώσει μόνος του την φάση. Το παιχνίδι, όμως, χωρίζεται σε δύο μέρη. Από το ξεκίνημα μέχρι το 70' λεπτό, είχαμε, σε γενικές γραμμές, την εικόνα που περιγράφω παραπάνω: καλή κυκλοφορία, γρήγορες επιστροφές, σχετικά μεγάλο πλάτος και στήριξη της αμυντικής γραμμής με αλληλοκαλύψεις. Έπειτα, ο Ολυμπιακός, συρρικνώνοντας αρκετά τις γραμμές του, υποχώρησε βιαστικά -με εντολή Μίτσελ;- τουλάχιστον δώδεκα μέτρα και η Γιουβέντους, αφού δεν μπόρεσε να χτυπήσει το παιχνίδι «αλά ιταλικά», βρήκε την ευκαιρία να πιέσει τους γηπεδούχους και να αναγκάσει τον Ρομπέρτο (φώτο) να δείξει από τι είδους πάστα είναι φτιαγμένος. Και δεν μιλάμε για αποκρούσεις του κώλου. Για επεμβάσεις, δηλαδή, που η μπάλα πάει πάνω στον τερματοφύλακα κι ο σπίκερ ουρλιάζει «καταπληκτική επέμβαση». Όχι, βέβαια. Ο Ισπανός λόκαρε, ορμούσε πάνω στην μπάλα και αποσοβούσε την ισοφάριση που τόσο πεισματικά επιζητούσαν οι Ιταλοί. Η πίεση της Γιουβέντους, πάντως, φανέρωσε για πολλοστή φορά έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των δυο σέντερ μπακ και του Ρομπέρτο, κούραση και χαμένες μονομαχίες, ενώ φάνηκε να υπάρχει και πρόβλημα με τη διαχείριση της αδύνατης πλευράς. Μολαταύτα, με τον Ρομπέρτο να εμπνέει σιγουριά, η ομάδα έδειξε να ανταποκρίνεται μάλλον ικανοποιητικά χωρίς την μπάλα.

Βοήθησε ο Μίτσελ από τον πάγκο; Όχι και πολύ. Δεν χρειάστηκε, επί της ουσίας, να επέμβει: η ροή του παιχνιδιού τον βοήθησε ιδιαίτερα. Έστησε άριστα την ομάδα, με ορθή διάταξη, κάτι που το κάνει με επιτυχία όταν πρέπει να περιμένει τον αντίπαλο, και προέβη σε λογικές αλλαγές- μακάρι να μπορούσε να προβλέψει και τα ατομικά λάθη. Μου έκανε εντύπωση, πάντως, η εμφάνιση ορισμένων παιχτών. Δεν αναφέρομαι στον Μήτρογλου, τον οποίο είδα σε ένα σπριντ και τον λυπήθηκα, αλλά σε εκείνους της Γιουβέντους. Καημένε, Αλέγκρι! Για να μην μακρηγορώ, ο μόνος που έδειξε διάθεση ήταν ο Μοράτα και, με επιείκεια, τα τρία σέντερ μπακ. Τι θα μπορούσε, άραγε, να κάνει ο προπονητής της Γιουβέντους; Να ρισκάρει λίγο περισσότερο. Να έδινε εντολή στους Λιχτστάινερ και Ασαμόα να παίρνουν μέτρα στον ασβέστη και να μην ξεκινούσε ο Πίρλο, αλλά ο Μαρκίζιο, δίνοντας εντολή στον Τέβεζ να οπισθοχωρεί για να τραβάει το αντίπαλο μπακ εκτός περιοχής. Με αυτόν τον τρόπο, θα υπήρχαν τρεις παίχτες (Πογκμπά, Βιδάλ, Μαρκίζιο), με διαφορετικό είδος finishing ο καθένας, που θα ερχόντουσαν από πίσω και θα πατούσαν περιοχή, εκμεταλλευόμενοι τους κενούς χώρους. Απαραίτητος σε μια τέτοια κατάσταση θα ήταν ο Γιορέντε, παίζοντας σαν target man, με τον οποίο είμαι σίγουρος ότι η άμυνα του Ολυμπιακού θα συναντούσε περισσότερα προβλήματα. Ο Αλέγκρι, όντως, προσπάθησε να τροποποιήσει την εις βάρος του κατάσταση: ανέβασε την άμυνα στη σέντρα και άλλαξε το σύστημα, από 3-5-2 σε 4-3-3, κάτι το οποίο παραδόξως του έδωσε μεγαλύτερο πλάτος. Επίσης, έδωσε εντολή στον Τέβεζ να βγαίνει εκτός περιοχής, έπαιξε από τα άκρα -κυρίως από αριστερά-, προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τις αμυντικές αδυναμίες των ακραίων μπακ του Ολυμπιακού, αλλά, εν τέλει, δεν εμπιστεύτηκε τον Γιορέντε, δεν υπολόγισε την ικανότητα του Ρομπέρτο και, ως εκ τούτου, δεν κατάφερε, αν και θα μπορούσε, να εξαργυρώσει με ένα γκολ την αδιαμφισβήτητη υπεροχή που είχε στο τελευταίο 20λεπτό.

Υ.Γ.1 Οι παλαίμαχοι πάνε στην Ινδία να παίξουν τόπι. Ο Νίνης τι περιμένει;

Υ.Γ.2 Είχαμε βροχή από γκολ. Αναστέναξαν τα δίχτυα. Και βγήκαν ορισμένοι να παραπονεθούν για τις ομάδες που δεν έδειξαν «σεβασμό» στους αντιπάλους και τους διέσυραν. Μια χαρά σεβασμό έδειξαν. Και η Μπάγερν, και η Τσέλσι, και η Σαχτάρ, και η Ατλέτικο. Τι να έκαναν, δηλαδή; Να έβαζαν δυο γκολ και να παίζανε πασούλες στη μεσαία γραμμή, κοροϊδεύοντας το κοινό και τον αντίπαλο; Τον σεβασμό τον επιδεικνύεις όταν παίζεις ποδόσφαιρο. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Μια χαρά, επομένως, τα είπε ο Μουρίνιο.

Υ.Γ.3 Θλίβομαι όταν διαπιστώνω ότι ορισμένα άτομα με τα οποία μεγαλώσαμε μαζί και γνωρίζω από την 1η Δημοτικού, έχουν ξεχάσει να ωριμάσουν· θλίβομαι όταν διαπιστώνω ότι, προϊόντος χρόνου, αυτά που μας χωρίζουν είναι απείρως περισσότερα από αυτά που κάποτε μας ένωναν.

Υ.Γ.4 Πειράζει που θεωρώ ότι η διασκευή είναι καλύτερη από την αυθεντική έκδοση;


Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Οι ερασιτέχνες, ο «μακαρονάς» και το γκάλοπ

Οι Έλληνες έχουν έμφυτο το μικρόβιο της πολιτικής. Μπορούν να κριτικάρουν, να σκανάρουν τα λάθη, να δηλώσουν τι θα έκαναν αν ήταν στη θέση των πολιτικών. Και το κάνουν με μεγάλη ευκολία. Με άνεση. Και με μηδενική διάθεση αυτοκριτικής. Σαν ένα γείτονα που ψηφίζει εδώ και σαράντα χρόνια το ίδιο κόμμα, και κάθε φορά, ειδικά μετά από εκλογές, εκτοξεύει μπαράζ ύβρεων για αυτούς που ο ίδιος ψήφισε. Παράνοια; Εξαιρετικά πιθανό. Το σίγουρο είναι ότι αν με κάποιο μαγικό τρόπο κοιμηθούν ψηφοφόροι και ξυπνήσουν πολιτικοί, ένας Ζλάταν ξέρει τι αίσχη θα διαπράξουν. Οι Έλληνες, επίσης, είναι γιατροί. Γνωρίζουν το αντίδοτο για κάθε δηλητήριο, την ίαση για κάθε ασθένεια, την θεραπεία για κάθε αρρώστια. Η διαφορά με τους original γιατρούς είναι ότι δεν έχουν το δικαίωμα να συνταγογραφήσουν αντιβιώσεις και φάρμακα. Ίσως επειδή δεν ξέρουν/μπορούν να αντιγράψουν τα γράμματα των γιατρών, τα οποία κατά ένα διαβολικό τρόπο αντιλαμβάνονται μόνο οι φαρμακοποιοί. Η Ελλάδα, πάντως, ακόμα και έτσι, παραμένει πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε κατανάλωση αντιβιοτικών και φαρμάκων. Ας μην ξεφεύγουμε, όμως. Οι Έλληνες εσχάτως έγιναν και αρχαιολόγοι. Για παράδειγμα, γνωρίζουν την ταυτότητα του νεκρού στον τάφο της Αμφίπολης. Γνωρίζουν που είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος. Το παράδοξο της εν λόγω «δεξιότητας» είναι ότι οι πολίτες αυτού του τόπου αγνοούν συνειδητά (την) Ιστορία. Θα μπορούσα να αναφερθώ εκτενέστερα σε αυτό το ζήτημα, αλλά κάτι τέτοιο υπερβαίνει τον σκοπό του παρόντος άρθρου. 


Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση το ότι ο Έλληνας κρύβει μέσα του έναν σπουδαίο προπονητή, εφάμιλλο του Ρίνους Μίχελς, του Μπράιαν Κλαφ, του Τζιοβάνι Τραπατόνι και του Ότμαρ Χίτσφελντ -ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Με την άγνοια του, εντούτοις, όπως έχω γράψει σε ένα κολοσσιαίο άρθρο, να δηλώνει παρούσα σε κάθε πτυχή της κριτικής του. Αυτό, όμως, δεν τον εμποδίζει να συνεχίζει αγέρωχος. Με πείσμα. Επιμονή. Το σύνθημα, φυσικά, το δίνουν οι δημοσιογράφοι. Με τους περισσότερους εξ αυτών να δημιουργούν μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι ο Ρανιέρι δεν προλαβαίνει την παρέλαση, είναι άχρηστος, ποδοσφαιρική απάτη και «μακαρονάς». Και το ευεπηρέαστο κοινό, εν πολλοίς ημιμαθές, να αφουγκράζεται τέτοιες απόψεις. Ποιο κίνητρο, άραγε, κρύβεται πίσω από την ανελέητη κριτική των δημοσιογράφων; Το αγωνιστικό; Σας παρακαλώ. Ας είμαστε σοβαροί. Δεν θέλω κουταμάρες. Η αντιφατική συμπεριφορά των δημοσιογράφων απέναντι σε Ρεχάγκελ και Σάντος ρίχνει άπλετο φως στην υπόθεση. Η προσπάθεια, λοιπόν, είναι συντονισμένη, γίνεται συνειδητά και το όλο εγχείρημα έχει υποστεί σοβαρή προεργασία. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν ο Ρανιέρι θα έχει την χαρά να κατακτήσει ένα Euro, όπως ο Όθωνας, μπας και καταφέρει να κερδίσει λίγο χρόνο. Η κριτική, πάλι, που ασκείται εκ μέρους του κοινού απορρέει από το δημιουργηθέν κλίμα των δημοσιογράφων και βασίζεται σε οπαδικά κριτήρια, στον «φόβο» που εκπέμπει η πρόσληψη ενός νέου προπονητή και στην εγγενή τάση του Έλληνα να νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα καλύτερα από τον άμεσα υπεύθυνο/επαγγελματία.

Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι το πόσο εύκολα αλλάζουν οι πυλώνες της κριτικής. Για παράδειγμα, το κοινό δηλώνει ότι πρέπει να παίζει ο τάδε παίχτης. Μόλις, όμως, ο παίχτης ξεκινήσει στην αρχική εντεκάδα, αρχίζει το κράξιμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Αθανασιάδη. Ή το κοινό, νομίζοντας ότι η Εθνική διαθέτει στις τάξεις της τους κλώνους του Όβερμαρς, του Ζινολά, του Ραΐ (φώτο), του Ντε Λα Πένια και του Μπατιστούτα, θέλει να δει την ομάδα να παίζει επιθετικά. Κι όταν η ομάδα παίξει επιθετικά, αρχίζει το κράξιμο. Μόλις, δηλαδή, ικανοποιηθεί ένα λαϊκό αίτημα, αρχίζει ατέρμονη γκρίνια και, κατόπιν, βάζουμε πλώρη για το επόμενο. Με τη λίστα να είναι ατελείωτη. Ακόμα και άψογος να είναι ο άλλος, αν υπάρχει η διάθεση για κακοπροαίρετη κριτική, όλο και κάποιος λόγος θα βρεθεί. Με άλλα λόγια, υπάρχει άφθονη υπομονή και ακόρεστη όρεξη για κράξιμο, αλλά τεράστια ανυπομονησία και ανεξήγητη βιασύνη για τη δημιουργία μιας διάδοχης κατάστασης. Σε σημείο απόλυτου παραλογισμού και αηδίας. Πώς έχουμε, λοιπόν, την απαίτηση να πετύχει ο Ρανιέρι κι ο κάθε Ρανιέρι; Βάζοντας τρικλοποδιές;

Γιατί τα γράφω αυτά; Διότι στο συγκεκριμένο σημείο θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικά από την αποκρυπτογράφηση της τακτικής του αγώνα με την Φιλανδία. Υπόσχομαι, πάντως, ότι την Τετάρτη θα προσπαθήσω να αναφερθώ στα της τακτικής, συμπεριλαμβάνοντας το παιχνίδι με τους Φινλανδούς. Όσο για το ματς με την Ιρλανδία, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Ας βάλει η Ε.Π.Ο. στην επίσημη ιστοσελίδα της ένα γκάλοπ σχετικά με το ποια θα είναι η αποστολή, ποιοι παίχτες πρέπει να ξεκινήσουν βασικοί, ποια τακτική θα ακολουθήσουμε και ποιοι θα αντικατασταθούν. Και κάθε φορά, βάσει κλήρωσης, θα επιλέγεται ένας άτυχος για να κάθεται στον πάγκο της Εθνικής. Γιατί άτυχος; Για να εξακριβώσει ιδίοις όμμασι πως είναι να σε αντιμετωπίζει κάποιος αδαής με τα ίδια σου τα όπλα.

Υ.Γ.1 Πήγα να διορθώσω ένα λαθάκι σε μια παλιά ανάρτηση, αλλά ο blogger είχε άλλη άποψη. Το αποτέλεσμα; Χάθηκε το περιεχόμενο της ανάρτησης. Και τι ανάρτηση; Αφιερωμένη στον τετραπέρατο Μισούνοφ! Τα σχόλια, πάντως, διασώθηκαν. Λευτεριά στον Μισούνοφ!

Υ.Γ.2 Έχω δηλώσει ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των γυναικών δεν ψάχνει για άντρα, αλλά για μουνοείλωτα. Για κάποιον λακαμά που της κάνει όλα τα χατίρια. Έχω δηλώσει, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών είναι παρανοϊκές. Επειδή είχα μια πρόσφατη διαφωνία για το ποιες γυναίκες, εν τέλει, είναι παρανοϊκές, οφείλω να πω ότι αυτά δεν ισχύουν μόνο για τις όμορφες -ή για αυτές που νομίζουν ότι είναι όμορφες-, αλλά και (για) τις άσχημες.

Υ.Γ.3 Παίζω τακτικά μουντιαλίτο (5x5, 6x6 και 8x8). Και απεχθάνομαι δύο είδη παιχτών. Αυτούς που, επειδή ξέρουν να κάνουν ένα τσαλιμάκι, έχουν την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν ποδόσφαιρο κι αυτούς που, ενώ σε μαρκάρουν σκληρά, ενίοτε και αντιαθλητικά ή ύπουλα, κλαίνε σαν μικρά παιδιά, σαν λολίτες, όταν πας να τους παίξεις κι εσύ σκληρά.

Υ.Γ.4 Από τρεις επιλογές επικράτησε η παρακάτω!

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...