Οι Έλληνες έχουν έμφυτο το μικρόβιο της πολιτικής. Μπορούν να κριτικάρουν, να σκανάρουν τα λάθη, να δηλώσουν τι θα έκαναν αν ήταν στη θέση των πολιτικών. Και το κάνουν με μεγάλη ευκολία. Με άνεση. Και με μηδενική διάθεση αυτοκριτικής. Σαν ένα γείτονα που ψηφίζει εδώ και σαράντα χρόνια το ίδιο κόμμα, και κάθε φορά, ειδικά μετά από εκλογές, εκτοξεύει μπαράζ ύβρεων για αυτούς που ο ίδιος ψήφισε. Παράνοια; Εξαιρετικά πιθανό. Το σίγουρο είναι ότι αν με κάποιο μαγικό τρόπο κοιμηθούν ψηφοφόροι και ξυπνήσουν πολιτικοί, ένας Ζλάταν ξέρει τι αίσχη θα διαπράξουν. Οι Έλληνες, επίσης, είναι γιατροί. Γνωρίζουν το αντίδοτο για κάθε δηλητήριο, την ίαση για κάθε ασθένεια, την θεραπεία για κάθε αρρώστια. Η διαφορά με τους original γιατρούς είναι ότι δεν έχουν το δικαίωμα να συνταγογραφήσουν αντιβιώσεις και φάρμακα. Ίσως επειδή δεν ξέρουν/μπορούν να αντιγράψουν τα γράμματα των γιατρών, τα οποία κατά ένα διαβολικό τρόπο αντιλαμβάνονται μόνο οι φαρμακοποιοί. Η Ελλάδα, πάντως, ακόμα και έτσι, παραμένει πρώτη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε κατανάλωση αντιβιοτικών και φαρμάκων. Ας μην ξεφεύγουμε, όμως. Οι Έλληνες εσχάτως έγιναν και αρχαιολόγοι. Για παράδειγμα, γνωρίζουν την ταυτότητα του νεκρού στον τάφο της Αμφίπολης. Γνωρίζουν που είναι θαμμένος ο Μέγας Αλέξανδρος. Το παράδοξο της εν λόγω «δεξιότητας» είναι ότι οι πολίτες αυτού του τόπου αγνοούν συνειδητά (την) Ιστορία. Θα μπορούσα να αναφερθώ εκτενέστερα σε αυτό το ζήτημα, αλλά κάτι τέτοιο υπερβαίνει τον σκοπό του παρόντος άρθρου.
Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, δεν πρέπει να προξενεί εντύπωση το ότι ο Έλληνας κρύβει μέσα του έναν σπουδαίο προπονητή, εφάμιλλο του Ρίνους Μίχελς, του Μπράιαν Κλαφ, του Τζιοβάνι Τραπατόνι και του Ότμαρ Χίτσφελντ -ή τουλάχιστον έτσι νομίζει. Με την άγνοια του, εντούτοις, όπως έχω γράψει σε ένα κολοσσιαίο άρθρο, να δηλώνει παρούσα σε κάθε πτυχή της κριτικής του. Αυτό, όμως, δεν τον εμποδίζει να συνεχίζει αγέρωχος. Με πείσμα. Επιμονή. Το σύνθημα, φυσικά, το δίνουν οι δημοσιογράφοι. Με τους περισσότερους εξ αυτών να δημιουργούν μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα ότι ο Ρανιέρι δεν προλαβαίνει την παρέλαση, είναι άχρηστος, ποδοσφαιρική απάτη και «μακαρονάς». Και το ευεπηρέαστο κοινό, εν πολλοίς ημιμαθές, να αφουγκράζεται τέτοιες απόψεις. Ποιο κίνητρο, άραγε, κρύβεται πίσω από την ανελέητη κριτική των δημοσιογράφων; Το αγωνιστικό; Σας παρακαλώ. Ας είμαστε σοβαροί. Δεν θέλω κουταμάρες. Η αντιφατική συμπεριφορά των δημοσιογράφων απέναντι σε Ρεχάγκελ και Σάντος ρίχνει άπλετο φως στην υπόθεση. Η προσπάθεια, λοιπόν, είναι συντονισμένη, γίνεται συνειδητά και το όλο εγχείρημα έχει υποστεί σοβαρή προεργασία. Αυτό που δεν ξέρω είναι αν ο Ρανιέρι θα έχει την χαρά να κατακτήσει ένα Euro, όπως ο Όθωνας, μπας και καταφέρει να κερδίσει λίγο χρόνο. Η κριτική, πάλι, που ασκείται εκ μέρους του κοινού απορρέει από το δημιουργηθέν κλίμα των δημοσιογράφων και βασίζεται σε οπαδικά κριτήρια, στον «φόβο» που εκπέμπει η πρόσληψη ενός νέου προπονητή και στην εγγενή τάση του Έλληνα να νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα καλύτερα από τον άμεσα υπεύθυνο/επαγγελματία.
Το ενδιαφέρον στην όλη υπόθεση είναι το πόσο εύκολα αλλάζουν οι πυλώνες της κριτικής. Για παράδειγμα, το κοινό δηλώνει ότι πρέπει να παίζει ο τάδε παίχτης. Μόλις, όμως, ο παίχτης ξεκινήσει στην αρχική εντεκάδα, αρχίζει το κράξιμο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Αθανασιάδη. Ή το κοινό, νομίζοντας ότι η Εθνική διαθέτει στις τάξεις της τους κλώνους του Όβερμαρς, του Ζινολά, του Ραΐ (φώτο), του Ντε Λα Πένια και του Μπατιστούτα, θέλει να δει την ομάδα να παίζει επιθετικά. Κι όταν η ομάδα παίξει επιθετικά, αρχίζει το κράξιμο. Μόλις, δηλαδή, ικανοποιηθεί ένα λαϊκό αίτημα, αρχίζει ατέρμονη γκρίνια και, κατόπιν, βάζουμε πλώρη για το επόμενο. Με τη λίστα να είναι ατελείωτη. Ακόμα και άψογος να είναι ο άλλος, αν υπάρχει η διάθεση για κακοπροαίρετη κριτική, όλο και κάποιος λόγος θα βρεθεί. Με άλλα λόγια, υπάρχει άφθονη υπομονή και ακόρεστη όρεξη για κράξιμο, αλλά τεράστια ανυπομονησία και ανεξήγητη βιασύνη για τη δημιουργία μιας διάδοχης κατάστασης. Σε σημείο απόλυτου παραλογισμού και αηδίας. Πώς έχουμε, λοιπόν, την απαίτηση να πετύχει ο Ρανιέρι κι ο κάθε Ρανιέρι; Βάζοντας τρικλοποδιές;
Γιατί τα γράφω αυτά; Διότι στο συγκεκριμένο σημείο θεωρώ ότι είναι πιο σημαντικά από την αποκρυπτογράφηση της τακτικής του αγώνα με την Φιλανδία. Υπόσχομαι, πάντως, ότι την Τετάρτη θα προσπαθήσω να αναφερθώ στα της τακτικής, συμπεριλαμβάνοντας το παιχνίδι με τους Φινλανδούς. Όσο για το ματς με την Ιρλανδία, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Ας βάλει η Ε.Π.Ο. στην επίσημη ιστοσελίδα της ένα γκάλοπ σχετικά με το ποια θα είναι η αποστολή, ποιοι παίχτες πρέπει να ξεκινήσουν βασικοί, ποια τακτική θα ακολουθήσουμε και ποιοι θα αντικατασταθούν. Και κάθε φορά, βάσει κλήρωσης, θα επιλέγεται ένας άτυχος για να κάθεται στον πάγκο της Εθνικής. Γιατί άτυχος; Για να εξακριβώσει ιδίοις όμμασι πως είναι να σε αντιμετωπίζει κάποιος αδαής με τα ίδια σου τα όπλα.
Υ.Γ.1 Πήγα να διορθώσω ένα λαθάκι σε μια παλιά ανάρτηση, αλλά ο blogger είχε άλλη άποψη. Το αποτέλεσμα; Χάθηκε το περιεχόμενο της ανάρτησης. Και τι ανάρτηση; Αφιερωμένη στον τετραπέρατο Μισούνοφ! Τα σχόλια, πάντως, διασώθηκαν. Λευτεριά στον Μισούνοφ!
Υ.Γ.2 Έχω δηλώσει ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των γυναικών δεν ψάχνει για άντρα, αλλά για μουνοείλωτα. Για κάποιον λακαμά που της κάνει όλα τα χατίρια. Έχω δηλώσει, επίσης, ότι η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών είναι παρανοϊκές. Επειδή είχα μια πρόσφατη διαφωνία για το ποιες γυναίκες, εν τέλει, είναι παρανοϊκές, οφείλω να πω ότι αυτά δεν ισχύουν μόνο για τις όμορφες -ή για αυτές που νομίζουν ότι είναι όμορφες-, αλλά και (για) τις άσχημες.
Υ.Γ.3 Παίζω τακτικά μουντιαλίτο (5x5, 6x6 και 8x8). Και απεχθάνομαι δύο είδη παιχτών. Αυτούς που, επειδή ξέρουν να κάνουν ένα τσαλιμάκι, έχουν την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν ποδόσφαιρο κι αυτούς που, ενώ σε μαρκάρουν σκληρά, ενίοτε και αντιαθλητικά ή ύπουλα, κλαίνε σαν μικρά παιδιά, σαν λολίτες, όταν πας να τους παίξεις κι εσύ σκληρά.
Υ.Γ.3 Παίζω τακτικά μουντιαλίτο (5x5, 6x6 και 8x8). Και απεχθάνομαι δύο είδη παιχτών. Αυτούς που, επειδή ξέρουν να κάνουν ένα τσαλιμάκι, έχουν την ψευδαίσθηση ότι γνωρίζουν ποδόσφαιρο κι αυτούς που, ενώ σε μαρκάρουν σκληρά, ενίοτε και αντιαθλητικά ή ύπουλα, κλαίνε σαν μικρά παιδιά, σαν λολίτες, όταν πας να τους παίξεις κι εσύ σκληρά.
Υ.Γ.4 Από τρεις επιλογές επικράτησε η παρακάτω!





