Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Μύθοι και ψέμματα

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθώ στενά τα τεκταινόμενα της Εθνικής Ελλάδας και πρέπει να ομολογήσω ότι έχω εντυπωσιαστεί από τις αντιδράσεις φιλάθλων και δημοσιογράφων. Οι πρώτοι είναι φανερό ότι δεν αγαπούν την Εθνική και έχουν πρωταρχικό σκοπό να ασκήσουν κακοπροαίρετη κριτική. Αυτό δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη: λίγοι αγαπούν κάτι που θεωρείται κοινό για όλους. Οι περισσότεροι μπλέκουν τα της Εθνικής ομάδας με οπαδικά κριτήρια και σπεύδουν να υποβαθμίσουν τη συνέπεια που επεδείκνυε η ομάδα για μία δεκαετία, αντικαθιστώντας την επιτυχία με κωλοφαρδία. Αυτό, βέβαια, δεν τους εμπόδιζε να πανηγυρίζουν τις επιτυχίες της Εθνικής. 


Οι δεύτεροι, αυτό το κακόβουλο είδος που οικοδομεί την κοινή γνώμη και βασίζεται σε κατευθυνόμενες υπερβολές, κατάφεραν να επισημοποιήσουν και να επιβραβεύσουν τη χυδαία σκοπιμότητα που αρκετές φορές παρουσίαζε η ομάδα. Εξαιρώντας τον Ρεχάγκελ, τον οποίο είχαν κρεμάσει από τα κορδόνια, οι δημοσιογράφοι αποθέωναν την χρυσή μετριότητα της εποχής Σάντος, δεν άσκησαν ποτέ κριτική στα πεπραγμένα του Πορτογάλου και δημιούργησαν μια γενιά από παιδάκια που έγιναν σταρ πριν γίνουν ποδοσφαιριστές. Παράλληλα, ακούγονται κάθε είδους ανακρίβειες. Πάμε να εξετάσουμε κάποιες από αυτές:

  • Πώς γίνεται, υποστηρίζουν κάποιοι, να χάνουμε δύο φορές (!) από τα Νησιά Φερόε, τη στιγμή που η Εθνική, με τους ίδιους παίχτες, έφτασε στο τσακ από μία ιστορική πρόκριση στο Μουντιάλ; Η απάντηση είναι πολύ απλή: η Εθνική εκείνη είχε άλλο mentality και άλλους παίχτες. Ο Σάντος είχε συγκεκριμένες ποδοσφαιρικές ιδέες, ενώ ο Ρανιέρι ήρθε για να προσθέσει νέες πινελιές στον καμβά της Εθνικής. Και μια ματιά στις εντεκάδες των δύο ομάδων στο Μουντιάλ και στα προκριματικά του Euro, θα καταστήσει σαφές το μέγεθος το συγκεκριμένου μύθου. Για να ξαναδούμε πάλι προσωπικότητα στην Εθνική έπρεπε να επιστρέψει ο 36χρονος Κατσουράνης και για να ξαναδούμε πάθος έπρεπε να κληθεί ο 35χρονος Ταυλαρίδης.
  • Ο Καραγκούνης (φώτο) έφερε τον Μαρκαριάν με το σκεπτικό ότι παίζει καλά χωρίς την μπάλα, δηλαδή σε συνθήκες άμυνας, και ότι είναι γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας. Το ξέρω ότι ο Καραγκούνης έχει αγνές προθέσεις και αγαπάει περισσότερο απο όλους την Εθνική, αλλά ίσως η επιλογή του Μαρκαριάν να μην ήταν σωστή. Εξαρτάται τι θέλαμε να πετύχουμε με την πρόσληψη του Ουρουγουανού. Να προσλάβουμε έναν προπονητή με χαμηλό κασέ, να μπούμε σε μια σειρά και να ανανεωθούμε για τα προκριματικά του Μουντιάλ του 2018 ή να κυνηγήσουμε την πρόκριση στα προκριματικά του Euro; Αν κυνηγούσαμε την πρόκριση στο Euro, έναν εφικτό στόχο παρά τα ανεπιτυχή αποτελέσματα στην αρχή των προκριματικών, τότε ο προπονητής της Εθνικής θα έπρεπε να προσέχει όταν δήλωνε μετά την εκτός έδρας ήττα από τα Νησιά Φερόε ότι «όταν ανέλαβα την Εθνική ήταν όλα πολύ δύσκολα και η ομάδα ήταν σχεδόν αποκλεισμένη κι έπρεπε να κάνουμε κάποιο θαύμα, αλλά δεν τα καταφέραμε». Διότι, αγαπητέ Μαρκαριάν, η Εθνική δεν ήταν αποκλεισμένη: την τύχη στα χέρια της κρατούσε.
  • Ακούω αρκετούς να κατηγορούν τον Σαρρή ότι διέλυσε το κλίμα στα αποδυτήρια της Εθνικής, επέλεξε έναν αποτυχημένο Ιταλό μακαρονά και κατέστρεψε σε έξι μήνες ολόκληρο το οικοδόμημα της Εθνικής. Σε όλους αυτούς τους κατήγορους έχω να πω ότι τα αποδυτήρια γίνονται πολύ εύκολα ταναπού όταν ορισμένα παιδάκια νομίζουν ότι το ποδόσφαιρο είναι συνώνυμο των τατουάζ, της φράντζας και της ποζεριάς. Είδατε τι προξενεί η έλλειψη προσωπικοτήτων στα αποδυτήρια; Επίσης, δεν ξέρω αν έχει γίνει αντιληπτό, αλλά ο Ρανιέρι έφυγε. Η Εθνική γιατί δεν άνοιξε τα φτερά της; Τέλος, αν ο Σαρρής δεν ήταν φίλαθλος του Ολυμπιακού, θα είχε καταστρέψει την Εθνική σε έξι μήνες; Τι πιστεύουν οι οπαδοί των άλλων ομάδων;

Εν κατακλείδι, η Εθνική ομάδα έχει ήδη περάσει σε μεταβατική περίοδο. Αργά και σταθερά έχουμε πάρει την κατηφόρα στις ειδικές βαθμολογίες των UEFA και FIFA και ένας Ζλάταν ξέρει που θα σταματήσουμε. Οι μύθοι και τα ψέμματα απλά απαλύνουν τον πόνο και μασκαρεύουν την αλήθεια. Θα πρέπει να αγκαλιάσουμε την Εθνική με αποκρυσταλλωμένη άποψη και να αλλάξουμε μυαλά. Κι αυτό ισχύει για όλες τις συνιστώσες: φίλαθλοι, δημοσιογράφοι και Ε.Π.Ο. Όχι τίποτα άλλο, αλλά με τέτοιο έλλειμμα ποιότητας και προσωπικοτήτων που χαρακτηρίζει την Εθνική του σήμερα, προβλέπω ότι θα βιώσουμε πολύ δύσκολες εποχές.

Υ.Γ.1 Η Ρεάλ Μαδρίτης χρειάζεται τον Κριστιάνο Ρονάλντο ή ο Κριστιάνο Ρονάλντο χρειάζεται την Ρέαλ Μαδρίτης;

Υ.Γ.2 Η άποψή μου για τον Μαρινάκη είναι γνωστή. Ωστόσο, και ζητώ ταπεινά συγγνώμη για αυτό, δεν έχω καταλάβει που αποσκοπεί όλος αυτός ο ντόρος για τον Μαρινάκη και τον Ολυμπιακό. Για ποιο πράγμα ακριβώς κατηγορείται ο Ολυμπιακός κι ο Μαρινάκης; Ποιες είναι οι κατηγορίες; Ή, για να είμαι πιο ακριβής, τι στοιχεία υπάρχουν; Ποιες είναι οι αποδείξεις; Στα ματιά μου δεν υπάρχει τίποτα απολύτως: μόνο εφέ και ντεκόρ. Κι από ουσία μηδέν. Όσο για αυτούς που πανηγυρίζουν και ζουν με την ελπίδα ότι ο Ολυμπιακός βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, θα τους πρότεινα να πάνε  να παίξουν Football Manager.

Υ.Γ.3 Βρίσκομαι, λοιπόν, το καλοκαίρι του 2000 στην παραλία των Νέων Πλάγιων στη Χαλκιδική. Κάποια στιγμή περνάει ένας συμπαθέστατος μαυρούλης που πουλούσε cd. Του κάνει νόημα η μάνα μου να έρθει προς την ξαπλώστρα μας. Ο μαυρούλης έρχεται με ένα χαμόγελο μέχρι τα αυτιά. Τον ρωτάει η μάνα μου «από που είσαι;». «Από το Κιλκίς» απαντάει εκείνος. Με αφορμή την απάντησή του, η μάνα μου -άλλο που δεν ήθελε- του πιάνει κουβέντα. Κάποια στιγμή, καθώς γυρνάω να δω τον μαυρούλη, αφού μέχρι εκείνο το σημείο δεν είχα δώσει μεγάλη σημασία στο περιστατικό, βλέπω να κρατάει στο χέρι του το τότε τελευταίο album του/των DIO. Ξεπερνώντας την αρχική μου έκπληξη για το γεγονός ότι πουλούσε cd του DIO, και δίχως δεύτερη σκέψη, το αγοράζω. Πρώτη και τελευταία φορά που αγόρασα cd από μαυρούλη. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Το Magica αποτελεί ένα καταπληκτικό (concept) album. Μην το χάσετε!

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Αγνή ανωτερότητα

Η Μπαρτσελόνα διαθέτει ένα υπέρτατο χαρακτηριστικό: είναι αποτελεσματική ακόμα και τις βραδιές που δεν είναι σπουδαία. Ξέρετε πολλούς που θα διαφωνήσουν με αυτήν την άποψη; Προσωπικά γνωρίζω ορισμένους εμπαθείς που θα υπονομεύσουν την επιτυχία της Μπαρτσελόνα και θα σταθούν στο γεγονός ότι με τέτοια επιθετική τριπλέτα στο οπλοστάσιο της δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη η μετατροπή της ομάδας σε μπουλντόζα. Αυτό ισχύει και αποτελεί ένα κομμάτι της ιστορίας, αλλά όχι όλη την ιστορία. Θα ήθελα να δω όλους αυτούς που υποστηρίζουν τέτοιες απόψεις να κάθονται στον πάγκο της Μπάρτσα: θα αναγκαζόντουσαν να φορέσουν τσίγκινο σωβρακάκι για να γλιτώσουν τη μανιώδη οργή του όχλου. Διότι για να συνεργαστούν αυτοί οι παίχτες μεταξύ τους χρειαζόταν και η συμβολή του προπονητή. Μπορεί στους καιρούς μας ο ρόλος του προπονητή να θεωρείται εν μέρει υπερτιμημένος, ξεπερασμένος αν προτιμάτε, και πράγματι σε κάποιες περιπτώσεις ισχύει, αλλά σε έναν οργανισμό όπου τα πάντα λειτουργούν βάσει σχεδίου κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να βρίσκει εφαρμογή.


Ο Λουίς Ενρίκε (φώτο), λοιπόν, μοίρασε ρόλους, έπεισε την επιθετική τριάδα να παίζουν για την ομάδα κι ότι ο ίδιος θα στηρίζεται πάνω τους, εξήγησε στον Νεϋμάρ και στον Σουάρες ότι ο Μέσι θα κρατάει την μπάλα λίγο παραπάνω στα πόδια του, και, τέλος, τοποθέτησε τον Αργεντινό στα δεξιά και του έδωσε έναν ελεύθερο ρόλο που του επέτρεπε να συγκλίνει προς τον άξονα και να κάνει τα δικά του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο αντίπαλος να πρέπει να προσαρμοστεί στην Μπαρτσελόνα και να κρατάει πολλούς παίχτες στην άμυνα για να αναχαιτίζει τις ξαφνικές επιθέσεις της Μπάρτσα. Μία ομάδα δεν το έκανε, η Μπάγερν του Γκουαρντιόλα, και το πλήρωσε με αποκλεισμό.

Τι άλλο θα μπορούσε να πράξει ο Αλέγκρι; Θεωρώ πως οι επιλογές του ήταν περιορισμένες. Θα έπρεπε οι παίχτες του να ξεπεράσουν εαυτόν. Και πράγματι η Γιουβέντους πραγματοποίησε υπέρβαση και κατέβαλε πολύ μεγάλη προσπάθεια. Δεν ήταν, όμως, αρκετή. Το γρήγορο γκολ της Μπάρτσα άλλαξε τα θέλω και τις προτεραιότητες της ιταλικής ομάδας, και σχεδόν διέλυσε κάθε σχέδιο αναμονής ή παιγνιδιού στην κόντρα. Αλλά είμαι βέβαιος ότι ο Αλέγκρι είχε προετοιμάσει τους παίχτες του για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αντιστάθηκε στην πίεση των Καταλανών, δεν δέχτηκε δεύτερο γκολ που θα έβαζε ταφόπλακα στις όποιες ελπίδες της, και προσπάθησε προϊόντος χρόνου να κυκλοφορήσει την μπάλα και να πάρει μέτρα στο γήπεδο. Απείλησε ορισμένες φορές την αντίπαλη εστία, πραγματοποίησε κάποια σουτ, εκμεταλλεύτηκε και το σχετικά χαλαρό ύφος της Μπάρτσελόνα, κατάφερε και ισοφάρισε με τον Μοράτα, αλλά το έκανε πολύ νωρίς. Οι παίχτες του Λουίς Ενρίκε, αν και βραχυκύκλωσαν μερικώς από το γκολ που δέχτηκαν, αντέδρασαν, πείσμωσαν, σαν να μην ήθελαν να πάει ο αγώνας στην παράταση.

Όπως, λοιπόν, γράφει ο Καρπετόπουλος, «όποιος θέλει να κερδίσει τη Μπαρτσελόνα πρέπει να παίξει επιθετικότερα από αυτή, να είναι πιο αποτελεσματικός, πιο επικίνδυνος στην περιοχή: αν κάποιος πιστεύει πως αρκούν τρία ντουμπλαρίσματα στο Μέσι, τρία σκληρά μαρκαρίσματα του Βιδάλ ατιμώρητα από το διαιτητή και κανά δυο αλλαγές στο σύστημα για να βγει πρωταθλητής Ευρώπης, πλανάται οικτρά. Επιθετικούς που βάζουν γκολ χρειάζεται όποιος θέλει να σταματήσει τη Μπάρτσα: όλα τα άλλα μετράνε λιγότερο». Σαν αυτό που λέω εδώ και χρόνια: ο μοναδικός τρόπος για να κερδίσει κάποιος την Μπάρτσα, δηλαδή μια ομάδα που παίζει ποδόσφαιρο, είναι να παίξει κι αυτός ποδόσφαιρο.

Υ.Γ.1 Ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος.

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Η όπισθεν και το περίεργο είδος ποδοσφαίρου

Την εποχή του Γκουαρντιόλα θαυμάσαμε μια ομάδα που εφάρμοζε ένα αρμονικό πρέσινγκ στον αντίπαλο, είχε την απόλυτη κατοχή μπάλας και επέλεγε συνειδητά να μην τρέχει με την μπάλα στα πόδια. Την εποχή του Λουίς Ενρίκε, αντίθετα, βλέπουμε μια ομάδα που δεν ορμάει με την ίδια συνέπεια σαν σκυλί του πολέμου να ανακτήσει την μπάλα, δεν φοβάται να δώσει κάποιες φορές ένα μικρό κομμάτι της κατοχής στον αντίπαλο και δεν έχει κανένα πρόβλημα να παίξει την κόντρα όταν κρίνει ότι οι συνθήκες είναι ιδανικές.


Όταν η Μπάρτσα, λοιπόν, απέκτησε τον Νεϋμάρ, είχα γράψει ότι δεν ξέρω αν η συνύπαρξή του με τον Μέσι θα είναι αρμονική. Εδώ κοτζάμ Κρόιφ τόλμησε να βγει στις κάμερες και να δηλώσει ότι με τον ερχομό του Βραζιλιάνου η ομάδα θα πρέπει να πουλήσει τον Μέσι! Εντούτοις, η πρόσφατη Ιστορία διαψεύδει πανηγυρικά τις Κασσάνδρες. Ναι, η ομάδα ξεκίνησε κάπως χλιαρά. Στην πορεία, ωστόσο, ανέβαζε συνεχώς στροφές. Ο Νεϋμάρ ωριμάζει συνεχώς, ο Σουάρεζ άρχισε να παίρνει παιχνίδια στα πόδια του κι ο Μέσι πρέπει να υποσχέθηκε στον εαυτόν του ότι ήρθε η ώρα να κλείσει στόματα. Παράλληλα, οι νέες μεταγραφές, Ράκιτιτς και Ματιέ, κούμπωσαν θαυμάσια με τα υπόλοιπα γρανάζια, ενώ ντεφορμέ παίχτες, όπως οι Ντάνι Άλβες και Πικέ, αναγεννήθηκαν. Εν ολίγοις, η Μπαρτσελόνα, μετά το άγευστο ξεκίνημα, από τον Δεκέμβρη και έπειτα, δείχνει για μία ακόμα φορά ότι συνιστά μια ομάδα χωρίς όπισθεν.

Η καινοτομία συνοψίζεται στην μετατόπιση του Μέσι στο δεξί άκρο. Και μπορεί σε φάση άμυνας ο Μέσι πράγματι να εντοπίζεται κοντά στον ασβέστη για να υπάρχει, ελέω Ντάνι Άλβες, μεγαλύτερη αμυντική ισορροπία, αλλά όταν η ομάδα επιτίθεται ο Αργεντινός παίρνει την μπάλα, συγκλίνει προς τον άξονα και χαρίζει στιγμές ποδοσφαιρικής μαγείας. Άξιοι συμπαραστάτες οι Σουάρεζ και Νεϋμάρ. Ο πρώτος αντιπροσωπεύει μια μπαλαδόφατσα με υψηλό work rate και πάθος, ενώ ο δεύτερος έναν τύπο που ανοίγει διαδρόμους, προκαλεί αναμπουμπούλες στους διώχτες του και δείχνει να εναρμονίζεται ολοένα και περισσότερο με το σύστημα της Μπάρτσα. Αυτή η επιθετική τριάδα πραγματοποιεί συγχρονισμένες κινήσεις, δεν τηρεί μια συγκεκριμένη διάταξη, υποστηρίζεται από τις κούρσες των ακραίων μπακ, την ποδοσφαιρική ευφυΐα του Ινιέστα και τη συνέπεια του Πικέ, και, το κυριότερο, φανερώνει ομαδικότητα σε υψηλό βαθμό. Είναι φανερό ότι, απέναντι σε τέτοιο σύνολο, ο εκάστοτε αντίπαλος αναγκάζεται να προσαρμοστεί στην ομάδα του Λουίς Ενρίκε.

Η ποδοσφαιρική λογική υποδεικνύει ότι κάτι ανάλογο θα πράξει και η Γιουβέντους. Είμαι βέβαιος ότι δεν το θέλει, καθώς η Γιουβέντους έχει συνηθίσει από το ιταλικό πρωτάθλημα να αναλαμβάνει την πρωτοβουλία των κινήσεων, αλλά το ένστικτο αυτοσυντήρησης που αποκαλύπτεται σε στιγμές έντασης και πίεσης αναμένεται να κυριαρχήσει. Η ιταλική ομάδα, όμως, έχει ορισμένα πλεονεκτήματα: παίζει ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας εφαρμόζοντας ένα περίεργο είδος άμυνας. Αυτό σημαίνει ότι θέλει να έχει κατοχή, δηλαδή να κλέψει ποσοστά κατοχής από τους Καταλανούς, κάτι που για την Μπάρτσα είναι ανυπόφορο, και, επίσης, δεν θα πιέσει στο τερέν του αντιπάλου, δεν θα παίξει επιθετική άμυνα, δεν θα σκοτωθεί για να κερδίσει την μπάλα ή να αναγκάσει τον αντίπαλο να υποπέσει σε λάθος. Αντίθετα, θα κλείσει τους διαδρόμους, θα ποντάρει στα αντιαεροπορικά που δεσπόζουν στο κέντρο άμυνας και θα περιμένει υπομονετικά το λάθος του αντιπάλου για να πάρει κατοχή, καθώς πιστεύει ότι οι αλληλοκαλύψεις και οι σωστές τοποθετήσεις αποτελούν το μυστικό μιας καλής αμυντικής τακτικής, ακόμα κι αν έχεις να αντιμετωπίσεις έναν ανώτερο αντίπαλο, που θα σου δώσει την κατοχή χωρίς να σπαταλήσεις δυνάμεις. Μόλις αυτό συμβεί, δηλαδή μόλις αποκτήσει κατοχή, τα ηνία τα αναλαμβάνει ο Πίρλο (φώτο) -έστω κι αν αρκετές φορές η ιταλική ομάδα φαίνεται δέσμια του σπουδαίου αυτού παίχτη. Ο Πίρλο, επομένως, είναι αυτός που θα ψάξει την μπαλιά στην πλάτη της άμυνας, καθώς η άμυνα της Μπάρτσα δεν φημίζεται για το αμυντικό βάθος, και θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί τους κενούς χώρους που αφήνουν πίσω τους οι Ντάνι Άλβες και Άλμπα. Το passing game της Γιουβέντους εξαρτάται, λοιπόν, από τον Πίρλο, αλλά και οι εμπνεύσεις του τελευταίου απορρέουν από την κίνηση χωρίς την μπάλα του Μοράτα, ενός κινητικού επιθετικού, του Τέβεζ, ενός περιφερειακού επιθετικού που προτιμά να έχει την μπάλα στα πόδια του, και την μετατροπή των Βιδάλ και Μαρκίζιο σε κρυφά φορ. 

Τι, εν τέλει, θα συμβεί; Δεν έχω ιδέα! Σε τελικούς όλα είναι πιθανά κι όλα γίνονται. Ναι, σίγουρα, η Μπάρτσα είναι το φαβορί -και, μάλιστα, απολαμβάνει να είναι το φαβορί-, αλλά το περίεργο είδος ποδοσφαίρου που προωθούν οι παίχτες του Αλέγκρι ίσως αποδειχτεί καταλυτικό. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάποτε η Μίλαν του Αλέγκρι είχε υποχρεώσει σε ήττα την Μπαρτσελόνα, παίζοντας μια γνήσια ιταλική άμυνα. Ίσως κάτι αντίστοιχο γίνει και τώρα.

Υ.Γ.1 Από τον Αντώνη Καρπετόπουλο: «Το ότι έπειτα από τέτοια σεζόν με τη Νάπολι ο Μπενίτεθ αναλαμβάνει τη Ρεάλ Μαδρίτης δείχνει ότι αυτός που τον μανατζάρει κάνει θαύματα. Ή ότι στη Μαδρίτη πιστεύουν σε θαύματα».

Υ.Γ.2 Από τις ωραιότερες φωνές και εξαιρετικά συμπαθής. Όσο για το video, πολύ μπροστά.

Κυριακή 24 Μαΐου 2015

Περικυκλωμένος από παντού

Το Σάββατο βρέθηκα στο Ο.Α.Κ.Α. να παρακολουθήσω τον τελικό κυπέλλου μεταξύ Ολυμπιακού και Ξάνθης. Όλα ήταν όπως τα περίμενα. Για να φτάσεις στη θύρα έπρεπε να κάνει ολόκληρους κύκλους, καθώς έπρεπε να περνάς από συγκεκριμένα μονοπάτια. Αλλά αυτά τα κάνουν σε ματς πρωταθλήματος, σε τελικό κυπέλλου θα κολλούσαν; Κάποια στιγμή, λοιπόν, φτάνουμε στη θύρα. Ένας τυπάκος μας έκοψε το εισιτήριο και μπήκαμε μέσα. Ούτε σωματικούς ελέγχους, ούτε ερωτήσεις του στυλ «τι έχεις στις τσέπες σου;», ούτε τίποτα. Μάλλον αυτά τα «μέτρα» επαφίενται στις νέες ρυθμίσεις (;) του Πανούση και του Κοντονή, και γενικότερα σε απόψεις που πηγάζουν από τις αριστερές ιδεολογίες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Αφού δεν είδαμε κανά μπαζούκα, πάλι καλά. Να δω τότε τι θα λέγαμε. Τέλος πάντων. Ψάχνοντας να βρούμε που θα κάτσουμε, έπρεπε να προετοιμαστώ ψυχολογικά για αυτά που θα άκουγα. Αφού παρατηρούσα μια μεσήλικη κυρία με το μικρό γιο της να προσπαθούν να κάτσουν, προφανώς μάταια, στις θέσεις που αναγραφόντουσαν στο εισιτήριο τους, το σόου δεν άργησε να ξεκινήσει. 



Έχω πει και έχω γράψει πολλές φορές ότι στο γήπεδο είσαι περικυκλωμένος από την μαλακία. Για παράδειγμα, κάποιος άρχισε να συζητάει με τον διπλανό του για την Γιουβέντους. Ξαφνικά οι παίχτες της Γιουβέντους βαφτίστηκαν τσεκούρια κι ο Μαρκίζιο παρτενέρ του Κιελίνι στο κέντρο άμυνας. Έπειτα κοιτούσα με δέος ένα πιτσιρίκι, περίπου 12 ετών, να φωνάζει με μανία πως χοροπηδάει στο μουνί της μάνας του Αλαφούζου (sic!) κι από δίπλα ο πατέρας να καμαρώνει. Νταξ, αναγνωρίζω ότι αυτά συμβαίνουν σε όλα τα γήπεδα και δηλώνω ότι όταν πηγαίνω γήπεδο συνιστά συνειδητή πρωτοβουλία. Η παράνοια, ωστόσο, ξεκίνησε όταν ο διαιτητής άρχισε να παίζει 50-50 και, ενδεχομένως, να δίνει λίγα σποράκια στην Ξάνθη. Το τι άκουσα δεν περιγράφεται. Η υποκρισία στο μεγαλείο της. Όταν ο διαιτητής σου δίνει όλόκληρο το καρπούζι έχει πλάκα, αλλά όταν μοιράζει λίγα σποράκια στον αντίπαλο ουρλιάζεις και κάνεις λόγο για σφαγές. Πάντως, ο Ολυμπιακός εμφανίστηκε αλαζόνας και υπερόπτης. Και δεν εννοώ μόνο στο χόρτο, αλλά και στην κερκίδα. Καθόμουν δίπλα στους φανατικούς και προσπαθούσα να καταλάβω αν ήμουν σε παιδική χαρά ή εκκλησία. Οφείλω να ομολογήσω, πάντως, ότι η κατάσταση άλλαξε όταν τα ηνία της κερκίδας ανέλαβε ο Τσουκαλάς, δηλαδή ένας σπουδαίος εμψυχωτής και οργανωτής που απολαμβάνει κοινής αποδοχής από την μερίδα των φανατικών. Εξού και τα δεκάδες μπουκάλια που εκτοξευόντουσαν από την κερκίδα.

Όσο για το παιχνίδι δεν μπορούμε να πούμε πολλά. Περίμενα ότι η Ξάνθη θα μπει δυνατά στο γήπεδο και, μάλιστα, είχα προβλέψει- ανεπιτυχώς όπως φάνηκε- ότι θα πετύχει και γκολ στο πρώτο ημίχρονο. Σκεφτόμουν ότι διάφοροι παίχτες της ομάδας, όπως ο Κλέιτον, ο οποίος ψάχνει ένα τελευταίο καλό συμβόλαιο, αλλά και οι Μπέρτος, Γούτας και Βασιλακάκης, οι οποίοι θα ήθελαν να κάνουν ένα βήμα παραπάνω στην καριέρα τους, έχουν πολλά να αποδείξουν. Και πράγματι στο πρώτο ημίχρονο οι Ακρίτες φάνηκαν να προβληματίζουν έντονα τον Ολυμπιακό. Σε κάποιο σημείο, περίπου στο 12ο λεπτό και έπειτα, οι παίχτες του Περέιρα δεν μπορούσαν, χωρίς υπερβολή, να περάσουν τη σέντρα, ενώ κάτι γιόμες προς το τερέν τη Ξάνθης κατέληγαν σε μυστήριο λαϊκού ήρωα. Μολαταύτα, ένα τραγικό λάθος του Μπέρτου, και μάλιστα σε κρίσιμο χρονικό σημείο, άλλαξε τις ισορροπίες και, κυρίως, την ψυχολογία. Τι κρατάω από το παιχνίδι; Κάποια ωραία κοριτσάκια και μιλφάκια που πήρε το μάτι μου, και την ικανότητα του Τσόρι (φώτο). Τίποτα άλλο.

Υ.Γ.1 Δεν ξέρω σε τι κατάσταση είναι ο Εσιέν, αλλά χειρότερος από τα ήδη υπάρχοντα χαφ του Παναθηναϊκού, με εξαίρεση τον Ζέκα, αποκλείεται να είναι. Και θα δώσει λάμψη και σε αυτό το χαμηλής ταχύτητας πρωτάθλημα.

Υ.Γ.2 Δεν το χορταίνω!

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

Το καρέ του τσου λου

Στις αρχές Απριλίου αναμετρήθηκε η Μπάγερν εκτός έδρας με την Ντόρτμουντ. Το εντυπωσιακό σε εκείνο το παιχνίδι προσδιορίζεται στην τακτική προσέγγιση του Γκουαρντιόλα. Ο Ισπανός προπονητής ήξερε πολύ καλά ότι η ομάδα του Κλοπ λειτουργεί αρκετά καλά όταν δεν έχει κατοχή μπάλας και το ισχυρό σημείο της ονομάζεται επιθετικό transition game -η Ντόρτμουντ συνιστά μια λαμπρή εξαίρεση ομάδας που έχει την πρωτοβουλία χωρίς να παίζει ποδόσφαιρο κατοχής. Τι έκανε, λοιπόν, ο Γκουαρντιόλα; Έδωσε χώρο στον αντίπαλο, τού χάρισε απλόχερα την κατοχή και τον άφησε να προσπαθεί να διασπάσει την άμυνα των Βαυαρών. Σε αυτό, βέβαια, βοήθησε και η αφέλεια του Κλοπ, ο οποίος, αντί να χτυπήσει στην κόντρα, προσπάθησε να ξεπεράσει τον εαυτόν του, παίζοντας παραδοσιακό ποδόσφαιρο πρωτοβουλίας, δηλαδή προσπαθώντας να εφαρμόσει ένα είδος ποδοσφαίρου για το οποίο δεν έχει εκπαιδεύσει τους παίχτες του. Το ρεζουμέ, όμως, είναι ένα: ο Γκουαρντιόλα, προς τέρψιν/έκπληξη μεγάλης μερίδας φιλάθλων, προσαρμόστηκε στον αντίπαλο. Κι από όσο θυμάμαι, ο Γκουαρντιόλα της Μπαρτσελόνα ποτέ δεν εφάρμοσε παρόμοιο αγωνιστικό πλάνο.


Ο Γκουαρντιόλα της Μπάγερν, ωστόσο, έκανε κάτι παρόμοιο και στον πρώτο ημιτελικό του τσου λου. Προς οικονομία της συζήτησης, να δεχτώ ότι απέναντι στην Ντόρτμουντ η απόφαση να προσαρμοστεί στον αντίπαλο είχε κάποια ψήγματα τακτικού ρεαλισμού. Όταν, όμως, έχεις να αντιμετωπίσεις την Μπάρτσα, μια ομάδα που γνωρίζεις πάρα πολύ καλά, δεν ξέρεις ότι το να προσαρμόζεσαι πάνω της είναι ό,τι χειρότερο; Έχω δηλώσει αμέτρητες φορές ότι ο μοναδικός τρόπος για να αντιμετωπίσεις μια ομάδα που παίζει ποδόσφαιρο είναι να παίξεις κι εσύ ποδόσφαιρο. Πόσω μάλλον όταν λέγεσαι Μπάγερν Μονάχου. Μολαταύτα, αντί να μπει μέσα στο γήπεδο και να μασήσει σίδερα, προτίμησε να παίξει ένα μπερδεμένο ποδόσφαιρο. Ήθελε να κρατήσει την εστία ανέπαφη (κλισέ) αλλά η διάταξη της αμυντικής γραμμής βρισκόταν ψηλά. Έχανε με δύο γκολ, κι αντί να κρατήσει λίγο την μπάλα για να πάει στο Μόναχο και να γυρίσει το ματς, βγήκε μπροστά να κυνηγήσει το γκολ και, μοιραία, έφαγε και τρίτο, βάζοντας ταφόπλακα στις λιγοστές ελπίδες πρόκρισης. Ναι, ήταν λογικό και αναμενόμενο ότι στον επαναληπτικό η φοβισμένη Μπάγερν του πρώτου ημιτελικού θα μετατρεπόταν σε ένα αδηφάγο τέρας που θα πίεζε τον αντίπαλο, αλλά η Μπαρτσελόνα δεν είναι Πόρτο. Και δεν θα γίνει Πόρτο ούτε στον τελικό.

Στον έτερο ημιτελικό, φάνηκε για μια ακόμη φορά ότι η Ρεάλ έχει σοβαρότατο πρόβλημα με την άμυνα. Πώς είναι δυνατόν να παίζεις ποδόσφαιρο χωρίς καθαρό κόφτη και να λες σε παίχτες με επιθετικά χαρακτηριστικά να τρέχουν για άλλους; Πώς είναι δυνατόν ο Αντσελότι να ανέχεται τις πριμαντόνες και τα τερτίπια τους; Πώς είναι δυνατόν ο Κασίγιας (φώτο) να μην ξέρει πως εκτελείται ένα πλάγιο άουτ; Πολλές φορές, όμως, τέτοιου είδους προβλήματα μασκαρεύονται από την επιθετική συγκομιδή. Στην Ρεάλ, εντούτοις, μια ομάδα που ανέκαθεν βασίζόταν στην επίθεση και στο γκολ, φαίνεται να το ξέχασαν αυτό. Το πρόβλημα ξεκινά με την απουσία του Μόντριντς, η οποία αποδεικνύεται σε χέουσα πληγή. Έχω καταντήσει κουραστικός, και συγχωρέστε με για αυτό, αλλά ο Κροάτης είναι το απόλυτο βαρόμετρο της ομάδας. Χωρίς αυτόν στην εντεκάδα η Ρεάλ παίζει ένα άναρχο ποδόσφαιρο, ένα ποδόσφαιρο αλάνας, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Νοιώθω ότι ελάχιστοι αντιλαμβάνονται την ποιότητά του. Δεν ξέρω γιατί αυτό συμβαίνει. Ίσως να φταίει το γεγονός ότι δεν κοστίζει 100 μύρια ή ότι δεν διαφημίζει αφρόλουτρα. Τέλος πάντων. Επίσης, η ομάδα δεν έχει παίχτες που να μπορούν να διασπάσουν κλειστές άμυνες. Μόνο ο Ντι Μαρία υπήρχε και τον πούλησαν. Ο Κριστιάνο Ρονάλντο δεν είναι μπουκαδόρος, δεν είναι ντριμπλαδόρος, μόνο εφέ και ντεκόρ, κι ο Μπέιλ σε λίγα τετραγωνικά δεν μπορεί να αξιοποιήσει την έκρηξη και την ταχύτητά του. Κάπως έτσι αρχίζουν τα γεμιστά. Γιόμες και σέντρες, στο πουθενά, με τον Μπέιλ να μετατρέπεται σε κεντρικό επιθετικό και να πλαισιώνει τον Κριστιάνο που μέρα με την μέρα γίνεται ολοένα και περισσότερο παίχτης περιοχής. Τουλάχιστον ο Πέρεθ θα είναι ευχαριστημένος από την κατάκτηση της Ευρωλίγκας.

Η Γιουβέντους, αντίθετα, δεν ήταν αγχωμένη, δεν ήταν μπερδεμένη, δεν ήταν ανυπόμονη. Εφάρμοσε ένα γνήσιο ποδόσφαιρο αναμονής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ξέχασε την επίθεση, με μυαλό και σχέδιο, παίζοντας στο maximum των δυνατοτήτων της. Ακόμα κι όταν έμεινε πίσω στο σκορ δεν φάνηκε να αποπροσανατολίζεται: ο Αλέγκρι είχε προετοιμάσει ψυχολογικά και τακτικά τους παίχτες του. Η ομάδα κράτησε τις θέσεις της και, παρά το γεγονός ότι το πλάτος δεν ήταν μικρό, επικράτησε στα χαφ και κατάφερε να ελέγξει τα άκρα και το κέντρο άμυνας. Ένα άλλο μυστικό της ιταλικής ομάδας, και πραγματικός πονοκέφαλος για τον αντίπαλο προπονητή, είναι η τάση των Βιδάλ και Μαρκίζιο να μετατρέπονται σε κρυφά φορ: δεν είναι τυχαίο ότι στην Μαδρίτη και οι δυο είχαν ευκαιρίες για να σκοράρουν. Το μόνο πρόβλημα που διαπίστωσα είναι ότι βρίσκεται μερικώς εγκλωβισμένη στο παιχνίδι του Πίρλο. Σπουδαίος ο Ιταλός, αλλά ψάχνει συνεχώς την δύσκολη πάσα και αρκετές φορές μπερδεύει τους συμπαίχτες του παρά τους αντιπάλους. Μπορεί, λοιπόν, να μην είδαμε μια Γιουβέντους που έτρεχε με την μπάλα στα πόδια, γούσταρε να έχει κατοχή, έπαιζε επιθετική άμυνα ή πλαγιοκοπούσε, αλλά ενάντια στην Ρεάλ έδειξε ότι έχει τον τρόπο της. Αρκεί αυτός ο τρόπος απέναντι στην Μπάρτσα;

Υ.Γ.1 Από τις (απειρο)ελάχιστες φορές που θα συμφωνήσω με τον Τσαλτίδη: «Μου αρέσει που πανηγυρίζετε για τα χρέη. Δηλαδή 13 χρόνια τώρα που δεν τα πληρώνατε ποια διαφορά υπήρξε; Ποιος σας πίεσε; Ποια επίπτωση είχε η ομάδα σας; Είχατε προβλήματα αδειοδότησης, ενώ χρωστούσατε καμιά 40-50 εκ ευρώ;». Μαντέψτε σε ποια ομάδα αναφέρεται.

Υ.Γ.2 Δεν μου προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Άρης δεν βγήκε πρώτος στην Γ' Εθνική. Είχα δηλώσει ότι αν αυτό συνέβαινε θα επρόκειτο για θαύμα ολκής. Στο εγγύς μέλλον θα το αναλύσουμε περαιτέρω.

Υ.Γ.3  Είχα χρόνια να το ακούσω και μου το θύμησε ένα φίλος την Κυριακή.

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Δεν αρκεί να είσαι στοργικός πατερούλης

Στην Βαρκελώνη αρκετοί θεώρησαν ότι ο Γκουαρντιόλα θα έβρισκε τρόπο να μπλοκάρει την πρώην του ομάδα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν φάνηκε εφικτό. Δεν θα σταθώ στις απουσίες του Ριμπερί και του Ρόμπεν. Αλίμονο αν μία ομάδα του μεγέθους της Μπάγερν αρχίσει να χρησιμοποιεί τέτοιου είδους δικαιολογίες. Τα πράγματα είναι πολύ απλά. Οι ομάδες του Γκουαρντιόλα ξοδεύουν πολλή ενέργεια στις αρχές και στα μέσα της σεζόν, και μετά στο ντεπόζιτο δεν υπάρχει αρκετή βενζίνη για να κινηθεί το όχημα: αν έχουμε κατηφόρα, κάτι γίνεται, αλλά στις ανηφόρες, όπως στο παιχνίδι με την Μπάρτσα, τα πράγματα είναι δύσκολα. Τι είδαμε, λοιπόν, στην Βαρκελώνη. Μια φοβισμένη Μπάγερν να προσπαθεί να κρατήσει το μηδέν. Η κατοχή μπάλας δεν λειτουργούσε σαν όπλο για να διασπάσει την πανοπλία του αντιπάλου, αλλά σαν ένα είδος άμυνας. Το γεγονός ότι η γερμανική ομάδα δεν κατέγραψε σουτ (!) λέει πολλά για το mentality των φιλοξενούμενων. Οι γηπεδούχοι, αντίθετα, φάνηκαν πιο αποφασισμένοι. Δεν ασχολήθηκαν με τον Γκουαρντιόλα, αλλά μόνο με τη σκέψη ότι πρέπει να πετύχουν γκολ. Και, πράγματι, το κατάφεραν. Για να συμβεί αυτό επιστρατεύθηκε το υπέρτατο ταλέντο του Μέσι, αλλά ας μην χάνουμε την ουσία. Η ομάδα έχει γίνει πιο απρόβλεπτη. Παλιά, επί Γκουαρντιόλα, σπάνια θα τους έβλεπες να τρέχουν με την μπάλα στα πόδια. Πλέον, με τον Λουίς Ενρίκε στον πάγκο, αρέσκονται να τρέχουν (και) στο ανοιχτό γήπεδο. Επίσης, η παρουσία του Σουάρες, ενός παίχτη που βρίθει εκτελεστικής δεινότητας, ποδοσφαιρικού πείσματος και υψηλού work-rate, έχει αλλάξει τον τρόπο που αμύνεται η ομάδα: ακόμα κι αν ο αντίπαλος έχει την κατοχή, το πρέσινγκ ξεκινάει από πολύ ψηλά.


Η Ρεάλ Μαδρίτης, πάλι, έχει σοβαρότατο πρόβλημα στην άμυνα. Κι όταν λέω άμυνα, δεν εννοώ την αμυντική γραμμή. Ο όρος «άμυνα» λαμβάνει μέρος από όλη την ομάδα και συνοψίζεται στον τρόπο με τον οποίο μια ομάδα εφαρμόζει το αμυντικό της πλάνο. Για παράδειγμα, η Γιουβέντους παίζει άμυνα παλαιάς κοπής. Δίνει χώρο στον αντίπαλο, κάθεται υπομονετικά στο τερέν της και απλώς περιμένει το λάθος του αντιπάλου. Δεν κυνηγά, δηλαδή, το κλέψιμο της μπάλας για να βγει στην αντεπίθεση, ούτε πιέζει εξαντλητικά τον αντίπαλο. Απλά καταλαβαίνει ότι όταν μια ομάδα είναι σωστά στημένη και γνωρίζει πως να τοποθετηθεί στο χόρτο, τότε ο αντίπαλος δεν θα μπορεί να βρει διαδρόμους και, μοιραία, θα υποπέσει σε λάθος. Θα μπορούσα να πω ότι η Γιουβέντους παίζει ένα μείγμα ποδοσφαίρου αναμονής και πρωτοβουλίας. Το μυστικό της Ρεάλ, από την άλλη πλευρά, ονομάζεται επίθεση. Το επιθετικό transition game βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, αλλά το περίεργο είναι ότι αυτό συμβαίνει χωρίς να παίζει επιθετική άμυνα. Αυτό δεν πρέπει να προξενεί έκπληξη: αν εξαιρέσεις τον Ράμος και τον Πέπε, οι υπόλοιποι παίχτες είναι ιδιαίτερα soft. Συν το γεγονός ότι ελάχιστοι ενδιαφέρονται στο να ανακτήσουν την μπάλα. Αλλά μόλις την πάρουν στα πόδια τους, όπως ο Ρονάλντο κι ο Μπέιλ, φέρονται σαν παιδάκια που ήπιαν την πρώτης τους μπύρα. Και μπορεί απέναντι σε ανοιχτές άμυνες, οι επιθετικογενείς παίχτες της Ρεάλ να παραδίδουν μαθήματα επιθετικού ποδοσφαίρου, αλλά τι συμβαίνει όταν έχεις να αντιμετωπίσεις μια ιταλική άμυνα που απλά δεν πρέπει να δεχτεί γκολ;

Εν κατακλείδι, τι θα συμβεί στους επαναληπτικούς; Δύσκολο να προβεί κάποιος σε οποιαδήποτε εκτίμηση. Παρόλα αυτά, η ποδοσφαιρική λογική υποβάλλει ότι η Μπάρτσα θα πετύχει γκολ, με αποτέλεσμα η Μπάγερν να θέλει πέντε για να πάρει την πρόκριση. Όσο για την Ρεάλ, ο Αντσελότι (φώτο) θα πρέπει να βρει αντίδοτο με την απουσία του Μόντριτς και να θυμηθεί ότι αυτός που κάθεται στον πάγκο μιας ομάδας δεν αρκεί να είναι απλά ένας στοργικός πατερούλης που να τα έχει καλά με τους παίχτες του, αλλά πρωτίστως προπονητής.

Υ.Γ.1 Ωραίος ο Κοντονής. Τις μονές μέρες δηλώνει ότι δεν φεύγουμε από FIFA και UEFA, και τις ζυγές ότι και να αποχωρήσουμε δεν τρέχει και τίποτα. Απλά θα βλέπουμε περισσότερο Μπαρτσελόνα...

Υ.Γ.2 Αγαπημένο κομμάτι.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...