Στον Παναθηναϊκό μαλώνουν μεταξύ τους οι παλαίμαχοι. Οι βετεράνοι. Μέσα στο μυαλό μου, όταν ακούω ''παλαίμαχοι ποδοσφαιριστές'', καταλαβαίνω κάτι περίεργους τύπους που έχουν την απαίτηση να μπαίνουν τσάμπα στο γήπεδο, να δηλώνουν ό,τι γουστάρουν και να αναλαμβάνουν τα ηνία μια ομάδας, σαν νεκροθάφτες, όταν αυτή έχει πτωχεύσει οικονομικά, εταιρικά και αγωνιστικά. Σαν τον παλαίμαχο του Άρη, τον Άγγελο Σπυρίδων, ο οποίος δήλωσε ότι οι παίχτες του Άρη είναι άμπαλοι (sic!). Μπορεί και να είναι, αλλά δεν επιδιώκεις να βγεις στη δημοσιότητα για να πεις τέτοιες κουβέντες. Τον εαυτό σου ρεζιλεύεις, όχι τους ποδοσφαιριστές. Το ότι έχεις υπηρετήσει την ομάδα επί πολλά χρόνια, δεν σημαίνει ότι έχεις και το αλάθητο ή το ελεύθερο να λες ό,τι θες. Κι αν αυτοί μιλάνε και εκφράζονται καθ' αυτόν τον τρόπο, ο μέσος οπαδός τι πρέπει να λέει; Πώς πρέπει να πυροδοτεί την άγνοια του και να ξεσπάει από την βάναυση δίνη της φρενήρους καθημερινότητας; Και ακριβώς εδώ έρχονται και κολλάνε οι πολιτικοί. Το μοναδικό επάγγελμα που δεν έχει παλαιμάχους -όπως είναι ακριβώς το μοναδικό επάγγελμα που δεν έχει κόστος. Νταξ, οφείλεις να εξαιρέσεις τον Θεόδωρο Πάγκαλο που αποτελεί μια κατηγορία μόνος του. Και δεν υπονοώ τίποτα για το σωματικό του μέγεθος, αλλά την βαρύτητα των λέξεων που χρησιμοποιεί. Κάθε άστοχη ατάκα που εκτοξεύει, συνήθως εύστοχα, αποτελεί μαχαιριά για το κατεστημένο. Και μην ακούσω ότι ο Πάγκαλος αποτέλεσε επιτυχώς μέρος αυτού του κατεστημένου. Δεν θέλω αηδίες. Αυτά είναι κακοήθειες.
Ξεφύγαμε, όμως. Αλλού ήθελα να καταλήξω κι αλλού με παρέσυρε ο ειρμός της σκέψης. Συμβαίνει συχνά. Ζητάω συγγνώμη, αλλά δείξτε οίκτο και έλεος: ένα μυαλό έχω ο καψερός. Λέγαμε για τους παλαιμάχους ποδοσφαιριστές. Μερικοί, λοιπόν, από αυτούς γίνονται και προπονητές. Με το κριτήριο για την τακτική που ακολουθούν να προσδιορίζεται από τη θέση που αγωνιζόντουσαν ως ποδοσφαιριστές. Για παράδειγμα, ο προπονητής έπαιζε ως αμυντικός; Αμυντικογενής τακτική. Με τις φήμες των Θεών του ποδοσφαίρου να υποδηλώνουν ότι οι καλύτεροι προπονητές αγωνιζόντουσαν ως αμυντικά χαφ. Η λίστα, λοιπόν, τεράστια. Από πού να αρχίσεις και πού να τελειώσεις; Τόσοι πρώην ποδοσφαιριστές κάθονται πλέον στην άκρη του πάγκου. Νταξ, υπάρχουν και ορισμένες εξαιρέσεις. Λιγοστές, όμως. Προπονητές, δηλαδή, που δεν ήταν ποδοσφαιριστές. Που δεν κλωτσούσαν το τόπι ή, έστω, δεν το κλωτσούσαν καλά. Όπως είχε δηλώσει ο Αρίγκο Σάκι: «Δεν ήξερα ότι για να είσαι επιτυχημένος αναβάτης έπρεπε πρώτα να ήσουν άλογο». Αποστομωτικός ο Ιταλός. Εμάς, όμως, μας ενδιαφέρει η πρώτη περίπτωση. Πρώην ποδοσφαιριστές, με σχετικό ταλέντο, που, μη μπορώντας να αποχωριστούν τα γήπεδα, αποφάσισαν να αντικαταστήσουν το κοντό παντελονάκι και τις τάπες με σακάκι και μοκασίνια. Ο Ρικάρντο Σα Πίντο (φώτο) αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Άκρως αντιπροσωπευτικό. Πρόκειται για έναν από τους αγαπημένους μου Ευρωπαίους παίχτες. Αγωνιζόταν ως περιφερειακός επιθετικός, σαν ένα είδος εξτρέμ που συνέκλινε συχνά προς τον άξονα, και ήταν ιδιαίτερα γρήγορος. Εκρηκτικός. Σαν Τ.Ν.Τ.
Και μαθαίνω ότι το ίδιο ακριβώς είναι ως προπονητής. Απλά τώρα φοράει slim fit πουκαμισάκια, φουλάρι στο λαιμό και ακριβό ρολόι. Η ουσία δεν αλλάζει, όμως. Είμαι βέβαιος ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα πλήξει με τον Πορτογάλο. Κάθε αγώνας θα είναι show. Από την τακτική που θα ακολουθεί, τις στυλιστικές του επιλογές, την αψεγάδιαστη χαίτη του και τις συνεντεύξεις τύπου. Και μπράβο στους ανθρώπους του Ο.Φ.Η. για την επιλογή τους. Δεν πειράζει που στο πρώτο του ματς δεν κατάφερε να επικρατήσει στο ντέρμπι με τον Εργοτέλη. Ούτε παίζουν ρόλο οι γιούχες των οπαδών του Ο.Φ.Η μετά το τέλος του αγώνα. Σημασία έχει ότι ο Ρικάρντο Σα Πίντο πάτησε τα ελληνικά χώματα. Το ελληνικό πρωτάθλημα θα αποκτήσει νέα γεύση, πιο γλυκιά, κι ο Αναστόπουλος θα αντιμετωπίσει έναν θανάσιμο εχθρό στα περί γκαρνταρόμπας.
Και μαθαίνω ότι το ίδιο ακριβώς είναι ως προπονητής. Απλά τώρα φοράει slim fit πουκαμισάκια, φουλάρι στο λαιμό και ακριβό ρολόι. Η ουσία δεν αλλάζει, όμως. Είμαι βέβαιος ότι δεν έχει βρεθεί ακόμα ο άνθρωπος που θα πλήξει με τον Πορτογάλο. Κάθε αγώνας θα είναι show. Από την τακτική που θα ακολουθεί, τις στυλιστικές του επιλογές, την αψεγάδιαστη χαίτη του και τις συνεντεύξεις τύπου. Και μπράβο στους ανθρώπους του Ο.Φ.Η. για την επιλογή τους. Δεν πειράζει που στο πρώτο του ματς δεν κατάφερε να επικρατήσει στο ντέρμπι με τον Εργοτέλη. Ούτε παίζουν ρόλο οι γιούχες των οπαδών του Ο.Φ.Η μετά το τέλος του αγώνα. Σημασία έχει ότι ο Ρικάρντο Σα Πίντο πάτησε τα ελληνικά χώματα. Το ελληνικό πρωτάθλημα θα αποκτήσει νέα γεύση, πιο γλυκιά, κι ο Αναστόπουλος θα αντιμετωπίσει έναν θανάσιμο εχθρό στα περί γκαρνταρόμπας.
Υ.Γ.1 Τον τελευταίο καιρό έχω γίνει αποδέκτης επικών κοπλιμέντων. Από την εξωτερική μου εμφάνιση και το πόσο νεότερος δείχνω, μέχρι την μόρφωσή μου και την ευγένεια μου. An the list goes on. Οφείλω να ευχαριστήσω όσους μπήκαν στον κόπο να προβούν, πάντοτε λεκτικώς, σε τόσο κολακευτικά σχόλια. Ειλικρινά τους ευχαριστώ. Χρειάζεται γνήσιο θάρρος για να πλέξεις το εγκώμιο ενός οποιουδήποτε ανθρώπου. Ευελπιστώ ότι δεν θα τους απογοητεύσω.
Υ.Γ.2 Μαθαίνω ότι η Ρόμα πήρε την νίκη, κάνοντας το 8x8, και η Νάπολι κατέκτησε τις εντυπώσεις. Αμφότερες ομάδες αποτελούν ενδιαφέρουσες περιτπώσεις. Στην Ιταλία, πάντως, υποστηρίζω Φιορεντίνα -ναι, αυτή που έκανε επική ανατροπή επί της Γιουβέντους. Από την εποχή του Τόλντο, του Μπατιστούτα, του Ρουί Κόστα, του Τοριτσέλι και του Ενρίκο Κιέζα. Ειδικά οι Μπατιστούτα και Ρουί Κόστα ήταν παιχταράδες. Πραγματικοί παιχταράδες. Χάρμα ιδέσθαι. Ξεφύγαμε, όμως. Μην απορείτε που δεν αφιερώνω αναρτήσεις στην αγαπημένη μου ιταλική ομάδα. Την ίδια τακτική ακολουθώ για όλες τις αγαπημένες μου ομάδες. Δεν θέλω να εμπλέξω το συναίσθημα και για αυτό το λόγο, όταν ασχολούμαι μαζί τους, είμαι ιδιαίτερα σκληρός. Σαν τον Αρσέν Βενγκέρ που συμπεριφερόταν πιο σκληρά στους Γάλλους παίχτες της Άρσεναλ για να μην τον κατηγορήσουν για επιείκεια προς τους συμπατριώτες του. Με τις φήμες να υποδήλωναν ότι η Παρί περίμενε υπομονετικά τον Αλσατό τεχνικό (κλισέ). Για αυτό και ο Μπλαν υπέγραψε αυστηρώς για έναν χρόνο. Ο Αρσέν, όμως, μένει πιστός στην Άρσεναλ. Μαγκιά του. Προσωπικά τον θεωρώ αναμορφωτή της αγγλικής ομάδας, κορυφαίο manager και τολμώ να πω ότι χαίρει της απεριόριστης εκτίμησής μου. Διότι δεν αρκεί μόνο να αντέξεις για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα κλαμπ, αλλά, κυρίως, να σε αντέξουν.
Υ.Γ.3 Στεναχωρήθηκα με τον τραυματισμό του Μπαμπάμ. Το πρωτάθλημα χάνει μία cult φιγούρα κι ο Εργοτέλης έναν παίχτη που μπορεί να προκαλέσει αρκετές αναμπουμπούλες στην αντίπαλη άμυνα. Το υποδηλώνει, άλλωστε, και το όνομά του. Εξάλλου, το είπαμε: σε αυτό το πρωτάθλημα λίγη μπάλα να ξέρεις και μετατρέπεσαι σε οργή του Θεού.
Υ.Γ.4 Ο Παναθηναϊκός πριν το ματς με τον Πανθρακικό πήγαινε για τετράδα. Μετά το ματς πήγε για βρούβες. Με τους οπαδούς να αλλάζουν απόψεις και εκτιμήσεις για το μέλλον της ομάδας, την ποιότητα των παιχτών και την προπονητική αξία του Αναστασίου, ανάλογα με το αποτέλεσμα που φέρνει η ομάδα. Αυτό θα πει συνέπεια. Κάθε αγωνιστική και νέα πρόγνωση.
Υ.Γ.5 Παρακολούθησα το τελευταίο 25λεπτο του αγώνα στη Βέροια -στον υπόλοιπο αγώνα δεν έχω ιδέα τι έγινε. Μέσω διαδικτύου, με αγγλικό σπικάζ. Ο Άγγλος σπίκερ, λοιπόν, αναρωτιόταν γιατί η φυσική κατάσταση των δυο ομάδων είναι μέτρια, γιατί δεν αποβλήθηκε, και μάλιστα δις, ο Γεωργιάδης της Βέροιας και γιατί οι παίχτες του Άρη ήταν τόσο απείθαρχοι. Σωστές απορίες είχε ο σπίκερ. Εύλογες. Δέχομαι ότι ο Οικονομόπουλος αποβλήθηκε δίκαια. Έκανε θέατρο και ζητούσε και τα ρέστα. Δέχομαι ότι ο νοητικά κενός Αγκάνθο ανήκει στην κατηγορία ''τι μαλάκα είναι, τι μαλάκα είναι'', που έλεγε και μια ψυχή, αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι με τον συγκεκριμένο παίχτη υπάρχει μια εμπάθεια από τους διαιτητές. Ο Πουλίδο, όμως, γιατί απόβλήθηκε; Καταλαβαίνω ότι οι διαιτητές είναι άνθρωποι και πιέζονται, από πολλές απόψεις, αλλά η αποβολή του Πουλίδο είναι πιο ανεξήγητη κι από τα U.F.O. Καλό, λοιπόν, θα είναι να διαχειριζόμαστε το θυμό/πίεση και να θάβουμε τις εμπάθειες βαθιά στο χώμα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους διαιτητές. Πρέπει, όμως, να δουλέψουμε στον τομέα της αντίληψης. Δεν είναι εύκολο, αλλά αξίζει.
Υ.Γ.6 Κατεβαίνω, λοιπόν, με τα πόδια για να πάρω το μετρό. Λίγο πριν φτάσω στο σταθμό, με σταματάει, κάπως ξαφνικά, επιθετικά και βίαια, αφού ουσιαστικά μπήκε μπροστά μου, σαν φράγμα στο ποδόσφαιρο, και μού έκλεισε το δρόμο, μια καλόγρια. Μου δίνει, μιλώντας λες και ήμουν τριών χρονών και με ένα χαμόγελο σαν του Mumm-Ra του Παντοτινού, με το ζόρι ένα κομποσχοίνι -ούτε ο κλώνος του Κωστένογλου και του Αναστασιάδη να ήμουν- και μου λέει: «Πάρτο, είναι δικό σου». Αν και κάπως έκπληκτος, την ευχαριστώ και της απαντάω ότι δεν ενδιαφέρομαι. Μου λέει: «Δεν κατάλαβες, είναι δικό σου». Της λέω (πολύ) ευγενικά ότι βιάζομαι και -εκ νέου- ότι δεν ενδιαφέρομαι. Η καλόγρια συνεχίζει ακάθεκτη: «Αυτό στο προσφέρει δωρεάν ο Θεός, μην το απαρνιέσαι, εσύ, όμως, δώσε ότι προαιρείσαι». Της δίνω πίσω το κοσμποσχοίνι και της λέω: «Σας παρακαλώ, σας είπα ότι δεν ενδιαφέρομαι και, επίσης, βιάζομαι, μην με καθυστερείτε». «Όχι, κάτσε να μιλήσουμε, μη φεύγεις. Πάρε το δώρο σου και δώσε ό,τι νομίζεις», μου λέει, πάντοτε επίμονα, η καλόγρια. Καθώς απομακρύνομαι, ακούω τη φωνή της, με μελοδραματικό τόνο, σαν ελληνική τραγωδία με πρωταγωνίστρια την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, να λέει: «Μη φεύγεις από τον Θεό!!!». Μόνο το επιφώνημα ''Οϊμέ'' έλειπε. Τότε, κάπως εκνευρισμένος, γυρνάω στιγμιαία, την κοιτώ και της λέω: «Δεν υπάρχει Θεός!». Και τέζα η καλόγρια. Desperate times call for desperate measures.





