Το παρελθόν ορίζεται ως το χρονικό διάστημα που πέρασε, σε αντιδιαστολή με το παρόν και το μέλλον. Δεν μπορείς να το αλλάξεις. Σαν ένα ύφασμα που δεν μπορείς να το ξηλώσεις. Είναι πέρα από τις δυνάμεις σου. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να το θυμάσαι. Να το μνημονεύεις. Να παραδειγματίζεσαι. Να μαθαίνεις από τα λάθη -αλλά και τις επιτυχίες- που αποτυπώθηκαν σε αυτό. Να συνειδητοποιείς πως αυτά έρχονται. Ειδάλλως, θα υποπέσεις στα ίδια λάθη. Για μια στιγμή, όμως: από τη στιγμή που το παρελθόν οριοθετεί το μέλλον, ποιος είναι ο ρόλος του παρόντος; Κατά την γνώμη μου πρόκειται για την υφιστάμενη κατάσταση. Για το τώρα. Ούτε καν το σήμερα. Μια κατάσταση, ενδιάμεση του παρελθόντος και του μέλλοντος, όπου πρέπει να δρας με πειθαρχημένο αυθορμητισμό και ταχέως ορθολογική σκέψη, ούτως ώστε να αποφύγεις τα αβίαστα λάθη και να χαράξεις ένα ευοίωνο αύριο.
Και φτάνουμε στην πεμπτουσία του άρθρου. Ο περισσότερος κόσμος οραματίζεται το μέλλον υπό το κράτος της σκέψης του· από την δική του οπτική γωνιά. Νομίζει ότι μπορεί να το επηρεάσει. Να το ελέγξει. Και μάλιστα, χωρίς να αλλάξει ο ίδιος: απλά περιμένει να αλλάξουν όλοι οι άλλοι -η συγκεκριμένη στάση ζωής συνιστά ανασταλτικό παράγοντα ως προς την κοινωνική και πολιτική ευμάρεια. Και συχνά, προς μεγάλη του λύπη, διαπιστώνει ότι αντιμάχεται μεγαλύτερες δυνάμεις. Το αποτέλεσμα; Κάθεται σε μια γωνιά, ως αυτόπτης ή αυτήκοος μάρτυρας, ανήμπορος να δράσει και να αντιδράσει. Σε αυτή την κατηγορία εμπίπτουν οι Έλληνες. Και οι πολιτικοί, και οι δημοσιογράφοι, και οι ψηφοφόροι. Έβλεπα, λοιπόν, τον Παπακωνσταντίνου να εμφανίζεται ως guest star σε πολιτική εκπομπή -κάποτε ήταν Υπουργός και βουλευτής, δηλαδή star. Με το μαλλάκι επιμελώς ατημέλητο, άνευ γραβάτας και δίχως να φέρει ύφος χιλίων καρδιναλίων. Το ίδιο συνέβη και με την Διαμαντοπούλου. Βγήκε σε παράθυρο δελτίου ειδήσεων -νέων είναι πιο σωστό- και από κάτω έγραφε ''στέλεχος ΠΑ.ΣΟ.Κ.''. Όχι, Υπουργός. Ούτε βουλευτής. Και την έβλεπες αεράτη, χαμογελαστή, χωρίς ξύλινο λόγο και διάθεση για τσαμπουκά. Σκεφτείτε τι θέατρο παίζουν, όταν βρίσκονται πάνω στο σανίδι. Η εξουσία, όμως, και η προβολή είναι σαν την πρέζα. Και δεν υπάρχει κέντρο απεξάρτησης για τέτοια πράγματα.
Όπως δεν υπάρχει και για τη μαλακία. Αν στη χώρα μας φορολογούσαμε τη μαλακία, θα είχαμε χεστεί στο δίφραγκο -μέχρι και στην Ευρώπη θα δανείζαμε. Δεν χρειάζεται να βγεις έξω στον δρόμο, πεζός ή με αμάξι, για να το διαπιστώσεις. Ούτε να σταθείς στην ουρά της εφορίας, της τράπεζας και του σούπερ μάρκετ. Δυστυχώς, η μαλακία έχει εισβάλλει, πάντοτε με τη δική μας ανοχή, στα σπίτια μας. Αυτό το χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση, σε οδηγεί, μας οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια στην απόγνωση και στη μιζέρια. Κι όμως, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πατήσουμε το κόκκινο κουμπάκι και να τη σβήσουμε. Ο ελληνικός λαός, όμως, έχει αντίθετη άποψη. Θέλει να δει, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, τις πολιτικές κωλοτούμπες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Αντωνάκη. Ο άνθρωπος είναι παρανοϊκός. Στο πρώτο μνημόνιο έδιωχνε όσους ψήφιζαν ''ναι'' και στο δεύτερο όσους ψήφιζαν ''όχι''. Έφερε πίσω και την Ντόρα, η οποία βρίθει από πολιτική συνέπεια και ευθιξία, που είχε διαγραφεί από το κόμμα μετά την ψηφοφορία του πρώτου μνημονίου -κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έφερε και μεταγραφικά αποκτήματα απο το ΛΑ.Ο.Σ. Ο Άδωνις κι ο Βορίδης (τσεκουροφόρος) άνοιξαν τις πύλες και ακολούθησαν ο Πλεύρης τζούνιορ και το πολιτικό θωρηκτό που ακούει στο όνομα Γιώργος Ανατολάκης. Τι σχέση μπορεί να έχουν όλοι αυτοί με το κόμμα; Η πολιτική τους σκέψη και ιδεολογία, αν υπάρχουν, τηρούν μεταξύ τους κοινά σημεία επαφής; Δεν νομίζω. Κι όμως, αλλάζουν φανέλα με περίσσια ευκολία. Λες και πρόκειται για μισθοφόρους. Και οι πολίτες δεν πάνε πίσω. Αν δεν κάνει πολύ ζέστη και δεν έχουν να μιλήσουν στο κινητό ή να πάνε για καφεδούμπα, μπορεί να περάσουν μια βόλτα από την κάλπη για να ψηφίσουν. Ακόμα, όμως, κι αν δεν ψηφίσουν, πάντοτε θα έχουν πολιτική άποψη. Σαν το ανέκδοτο με τον διαρρήκτη ενός τυροπιτάδικου που, ενόσω ξηλώνει το ταμείο, τον πιάνει μια ληγούρα και, καθώς βρίσκει κάτι ντόνατς με επικάλυψη σοκολάτας, μονολογεί: «Βρε, τους κλέφτες! Δεν έβαλαν πολύ σοκολάτα».
Όπως δεν υπάρχει και για τη μαλακία. Αν στη χώρα μας φορολογούσαμε τη μαλακία, θα είχαμε χεστεί στο δίφραγκο -μέχρι και στην Ευρώπη θα δανείζαμε. Δεν χρειάζεται να βγεις έξω στον δρόμο, πεζός ή με αμάξι, για να το διαπιστώσεις. Ούτε να σταθείς στην ουρά της εφορίας, της τράπεζας και του σούπερ μάρκετ. Δυστυχώς, η μαλακία έχει εισβάλλει, πάντοτε με τη δική μας ανοχή, στα σπίτια μας. Αυτό το χαζοκούτι που λέγεται τηλεόραση, σε οδηγεί, μας οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια στην απόγνωση και στη μιζέρια. Κι όμως, το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να πατήσουμε το κόκκινο κουμπάκι και να τη σβήσουμε. Ο ελληνικός λαός, όμως, έχει αντίθετη άποψη. Θέλει να δει, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, τις πολιτικές κωλοτούμπες. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, τον Αντωνάκη. Ο άνθρωπος είναι παρανοϊκός. Στο πρώτο μνημόνιο έδιωχνε όσους ψήφιζαν ''ναι'' και στο δεύτερο όσους ψήφιζαν ''όχι''. Έφερε πίσω και την Ντόρα, η οποία βρίθει από πολιτική συνέπεια και ευθιξία, που είχε διαγραφεί από το κόμμα μετά την ψηφοφορία του πρώτου μνημονίου -κύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά έφερε και μεταγραφικά αποκτήματα απο το ΛΑ.Ο.Σ. Ο Άδωνις κι ο Βορίδης (τσεκουροφόρος) άνοιξαν τις πύλες και ακολούθησαν ο Πλεύρης τζούνιορ και το πολιτικό θωρηκτό που ακούει στο όνομα Γιώργος Ανατολάκης. Τι σχέση μπορεί να έχουν όλοι αυτοί με το κόμμα; Η πολιτική τους σκέψη και ιδεολογία, αν υπάρχουν, τηρούν μεταξύ τους κοινά σημεία επαφής; Δεν νομίζω. Κι όμως, αλλάζουν φανέλα με περίσσια ευκολία. Λες και πρόκειται για μισθοφόρους. Και οι πολίτες δεν πάνε πίσω. Αν δεν κάνει πολύ ζέστη και δεν έχουν να μιλήσουν στο κινητό ή να πάνε για καφεδούμπα, μπορεί να περάσουν μια βόλτα από την κάλπη για να ψηφίσουν. Ακόμα, όμως, κι αν δεν ψηφίσουν, πάντοτε θα έχουν πολιτική άποψη. Σαν το ανέκδοτο με τον διαρρήκτη ενός τυροπιτάδικου που, ενόσω ξηλώνει το ταμείο, τον πιάνει μια ληγούρα και, καθώς βρίσκει κάτι ντόνατς με επικάλυψη σοκολάτας, μονολογεί: «Βρε, τους κλέφτες! Δεν έβαλαν πολύ σοκολάτα».
Ας μην πλατιάζουμε, όμως. Είχαμε μείνει στο παρόν. Ας εξετάσουμε μια συνιστώσα του παρόντος: το πολιτικό παρόν. Τι υποδηλώνει; Μια ατέρμονη και ανούσια κουβέντα περί Ευρώπης και γιούρο. Διλήμματα του κώλου. Τι εξυπηρετεί μια κουβέντα για το αν η Ελλάδα πρέπει να βγει από την Ε.Ε. ή/και την ζώνη του ευρώ; Σαν να περπατάς στα αγκάθια και να σου προτείνω, δήθεν ως καλύτερη λύση, να βγάλεις τα παπούτσια σου. Απίστευτα πράγματα. Αφήστε που στα τηλεοπτικά πάνελ, ελέω δημοσιογράφων, κυριαρχεί η μνημονιολογία. Ποιος είναι κατά, ποιος είναι υπέρ, ποιος δεν ξέρει τι του γίνεται και ούτω καθεξής. Συγγνώμη, ρε παιδιά, αλλά το μοναδικό πρόβλημα του κράτους και της χώρας είναι το μνημόνιο; Πλάκα κάνουμε; Τα υπόλοιπα θέματα είναι τακτοποιημένα; Όλοι αυτοί οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι, Έλληνες και ξένοι, έχουν βγει μια βόλτα έξω, στον πραγματικό κόσμο, να δουν τι γίνεται; Ή μήπως τους απασχολεί μοναδικά και απόλυτα ο Τσίπρας; Από εκεί που έβλεπες τον Μπένι και τον Αντωνάκη να τρώγονται σαν πίτμπουλ, ξαφνικά συστρατεύθηκαν κατά του Αλέξη. Σαν τον Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος, προκειμένου να αντιμετωπίσει τον Χίτλερ, συμμάχησε με τον Διάβολο (sic!). Εν προκειμένω, βρείτε ποιος είναι ο Διάβολος. Και κάτι τελευταίο: μου αρέσει η στρατιωτική ιστορία και έχω μελετήσει σε μεγάλο βαθμό τα πεπραγμένα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου και κυρίως της Γερμανίας. Αυτό σημαίνει ότι είμαι ναζιστής; Κουταμάρες!
Εν κατακλείδι, πολλές φορές, για να πας μπροστά, πρέπει να κοιτάξεις πίσω. Και στην δική μας περίπτωση, το παρελθόν είναι ιδιαίτερα πλούσιο. Θλίβομαι, όμως, όταν βλέπω ότι τα πρότυπα του Περικλή, του Πλάτωνα, του Λεωνίδα, του Κίμωνα, του Αριστοτέλη και του Μεγάλου Αλεξάνδρου έχουν αντικατασταθεί από τον Κανάκη, τον Λαζόπουλο, τον Πρετεντέρη, τον Θέμο, τον Γαβαλά και την Σκορδά. Καλή μας τύχη. Θα την χρειαστούμε.
Υ.Γ.1 Ευχαριστώ για τα μηνύματα σας. Συνεχίζουμε. Ωχ, σαν σύνθημα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ακούστηκε!
Υ.Γ.2 Δόξα και τιμή στους Ελβετούς Coroner!



