Και πάμε στην δεύτερη παρατήρηση που σχετίζεται με την Μπαρτσελόνα. Εν αρχή, οφείλω να ξεκαθαρίσω ότι δεν αναφέρομαι μόνο σε αποτελέσματα και τίτλους. Η ετικέτα της Μπαρτσελόνα αναγράφει κι άλλα συστατικά που δεν έχουν την παραμικρή στατιστική σημασία. Για τους Καταλανούς έχω αφιερώσει αρκετά άρθρα. Το παρόν κείμενο ουδεμία σχέση (δια)τηρεί με τακτικά ζητήματα. Θα επικεντρωθεί και θα αφοσιωθεί σε ένα ποδοσφαιρικό ερώτημα που με ταλανίζει αρκετό καιρό: ονομάζεται διάρκεια. Για πόσο χρονικό διάστημα μπορεί μια πετυχημένη ομάδα να κρατάει τα σκήπτρα; Το ρητό που υπογραμμίζει την ευκολία του να φτάσεις στην κορυφή, αλλά τη δυσκολία της μονιμοποίησης σε αυτή, με βρίσκει (απολύτως) σύμφωνο. Πόσα χρόνια πρωταγωνιστεί η Μπαρτσελόνα; Εν τέλει, ποιο είναι το μέγιστο χρονικό όριο που μπορεί να ''τρέξει'' μια ποδοσφαιρική μηχανή; Να πούμε τρία χρόνια; Ακούγεται ρεαλιστικό. Εξάλλου, δεν το προτείνω εγώ. Η ποδοσφαιρική πιάτσα το αφουγκράζεται ή, για να είμαι ακριβέστερος, η ποδοσφαιρική ιστορία. Μήπως, λέω μήπως, η Μπάρτσα έχει υπερβεί αυτό το όριο; Ναι, κατά την γνώμη μου, το έχει υπερβεί. Και τι μπορούμε να κάνουμε για αυτό; Απλά να συνεχίσουμε να τη θαυμάζουμε.
Επιπλέον, αναδύεται ένα αλληλένδετο ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος του προπονητή; Είναι σαφές ότι μια σπουδαία ομάδα χρειάζεται έναν σπουδαίο τεχνικό. Είναι γνωστό, άλλωστε, το ακόλουθο ποδοσφαιρικό ρητό: «Οι παίχτες φτιάχνουν τον προπονητή και ο προπονητής την ομάδα». Για να δούμε τι γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος: «Γιατί, όμως, ο Πεπ δεν πιστώνεται τη συμβολή του στα κατορθώματα της Μπάρτσα; Καλύτερη εξήγηση από αυτή που δίνει ο Γκρέιαμ Σούνες και να ήθελα δεν θα έβρισκα». Πριν περάσουμε, όμως, στον Σούνες, ας προσπαθήσουμε να έρθουμε στη θέση του Γκουαρντιόλα. Έστω, λοιπόν, ότι είσαι ο προπονητής της Μπάρτσα. Προέρχεσαι από τα φυτώρια αυτής και φόρεσες τη φανέλα της επί 18 συναπτά έτη. Γνωρίζεις την ψυχοσύνθεση της ομάδας, την εταιρική της κουλτούρα, τα θέλω των οπαδών. Είσαι νέος και ορεξάτος. Διακατέχεσαι από την δική σου αγωνιστική φιλοσοφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχεις επηρεαστεί από τον Κρόιφ και τον Μπιέλσα ή δεν έχεις μελετήσει το στυλ παιχνιδιού της ομάδας επί Ράικαρντ. Έχεις την τιμή και την χαρά να κοουτσάρεις πραγματικούς επαγγελματίες που τυγχάνει να γνωρίζουν μπάλα και ποδόσφαιρο. Παίχτες που λάμπουν με το αντισταριλίκι τους, εντός και εκτός γηπέδου. Και πάνω από όλα, (ανα)γνωρίζεις τις δυνατότητες και διακρίνεις τα όρια.
Τι θέλω να πω; Ο Γκουαρντιόλα δεν αποτελεί μια συνηθισμένη μορφή προπονητή, όπως τουλάχιστον την γνωρίζουμε ή, έστω, όπως επιβάλλει το ποδοσφαιρικό μάρκετινγκ. Οι παίχτες της ομάδας δεν αντικατοπτρίζουν το συμβατικό μοντέλο που ακολουθεί τους -αγωνιζόμενους σε υψηλό επίπεδο- ποδοσφαιριστές. Η ίδια η Μπάρτσα, ως σύστημα, ως οργανισμός, παρουσιάζεται διαφορετική, εναλλακτική, χωρίς, όμως, να παύει να σε ελκύει, να σε γοητεύει. Αγνοώ αν υπάρχει ανάλογο παράδειγμα στην ποδοσφαιρική ιστορία και δεν γνωρίζω για πόσο ακόμα θα ιντριγκάρεται ο Πεπ (και οι παίχτες) από το μεγαλείο των Μπλαουγκράνα. Ίσως το αντιληφθούμε όταν ο Γκουαρντιόλα κρίνει ότι τα ψωμιά του στο Καμπ Νου φαγώθηκαν. Αν κρίνω από την σπουδή με την οποία περιεργάζεται το καταλανικό του συμβόλαιο, αυτή η μέρα μπορεί να μην είναι μακριά. Είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος συνειδητοποιεί πλήρως το ζήτημα της διάρκειας και τον απασχολεί σφόδρα. Ας δώσουμε, όμως, την σκυτάλη στον Σούνες: «Όταν στη Λίβερπουλ κερδίσαμε σε μία πενταετία από το 1976 μέχρι το 1981, τέσσερα Πρωταθλήματα, τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών και ένα Κύπελλο ΟΥΕΦΑ όλοι έλεγαν πως η ομάδα είναι του Μπιλ Σάνκλι, που είχε σταματήσει από το 1974, και πως με τέτοιους παίκτες δεν χρειαζόμασταν προπονητή. Ήταν άδικο για τον Μπομπ Πέισλι επειδή είχε φτιάξει το δικό του δημιούργημα, αλλά δεν το φώναζε τόσο πολύ όπως ο Μπράιαν Κλαφ. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και με τον Γκουαρντιόλα. Ωστόσο, όποιος ξέρει ποδόσφαιρο καταλαβαίνει». Κι εμείς καταλαβαίνουμε. Εν κατακλείδι, η ομάδα της Καταλονίας, κατά την γνώμη μου, μόνο με έναν τρόπο μπορεί να χάσει τη λάμψη της: τη θέληση. Είτε τη δικιά της, είτε του χρόνου.
Επιπλέον, αναδύεται ένα αλληλένδετο ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος του προπονητή; Είναι σαφές ότι μια σπουδαία ομάδα χρειάζεται έναν σπουδαίο τεχνικό. Είναι γνωστό, άλλωστε, το ακόλουθο ποδοσφαιρικό ρητό: «Οι παίχτες φτιάχνουν τον προπονητή και ο προπονητής την ομάδα». Για να δούμε τι γράφει ο Χρήστος Σωτηρακόπουλος: «Γιατί, όμως, ο Πεπ δεν πιστώνεται τη συμβολή του στα κατορθώματα της Μπάρτσα; Καλύτερη εξήγηση από αυτή που δίνει ο Γκρέιαμ Σούνες και να ήθελα δεν θα έβρισκα». Πριν περάσουμε, όμως, στον Σούνες, ας προσπαθήσουμε να έρθουμε στη θέση του Γκουαρντιόλα. Έστω, λοιπόν, ότι είσαι ο προπονητής της Μπάρτσα. Προέρχεσαι από τα φυτώρια αυτής και φόρεσες τη φανέλα της επί 18 συναπτά έτη. Γνωρίζεις την ψυχοσύνθεση της ομάδας, την εταιρική της κουλτούρα, τα θέλω των οπαδών. Είσαι νέος και ορεξάτος. Διακατέχεσαι από την δική σου αγωνιστική φιλοσοφία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχεις επηρεαστεί από τον Κρόιφ και τον Μπιέλσα ή δεν έχεις μελετήσει το στυλ παιχνιδιού της ομάδας επί Ράικαρντ. Έχεις την τιμή και την χαρά να κοουτσάρεις πραγματικούς επαγγελματίες που τυγχάνει να γνωρίζουν μπάλα και ποδόσφαιρο. Παίχτες που λάμπουν με το αντισταριλίκι τους, εντός και εκτός γηπέδου. Και πάνω από όλα, (ανα)γνωρίζεις τις δυνατότητες και διακρίνεις τα όρια.
Τι θέλω να πω; Ο Γκουαρντιόλα δεν αποτελεί μια συνηθισμένη μορφή προπονητή, όπως τουλάχιστον την γνωρίζουμε ή, έστω, όπως επιβάλλει το ποδοσφαιρικό μάρκετινγκ. Οι παίχτες της ομάδας δεν αντικατοπτρίζουν το συμβατικό μοντέλο που ακολουθεί τους -αγωνιζόμενους σε υψηλό επίπεδο- ποδοσφαιριστές. Η ίδια η Μπάρτσα, ως σύστημα, ως οργανισμός, παρουσιάζεται διαφορετική, εναλλακτική, χωρίς, όμως, να παύει να σε ελκύει, να σε γοητεύει. Αγνοώ αν υπάρχει ανάλογο παράδειγμα στην ποδοσφαιρική ιστορία και δεν γνωρίζω για πόσο ακόμα θα ιντριγκάρεται ο Πεπ (και οι παίχτες) από το μεγαλείο των Μπλαουγκράνα. Ίσως το αντιληφθούμε όταν ο Γκουαρντιόλα κρίνει ότι τα ψωμιά του στο Καμπ Νου φαγώθηκαν. Αν κρίνω από την σπουδή με την οποία περιεργάζεται το καταλανικό του συμβόλαιο, αυτή η μέρα μπορεί να μην είναι μακριά. Είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος συνειδητοποιεί πλήρως το ζήτημα της διάρκειας και τον απασχολεί σφόδρα. Ας δώσουμε, όμως, την σκυτάλη στον Σούνες: «Όταν στη Λίβερπουλ κερδίσαμε σε μία πενταετία από το 1976 μέχρι το 1981, τέσσερα Πρωταθλήματα, τρία Κύπελλα Πρωταθλητριών και ένα Κύπελλο ΟΥΕΦΑ όλοι έλεγαν πως η ομάδα είναι του Μπιλ Σάνκλι, που είχε σταματήσει από το 1974, και πως με τέτοιους παίκτες δεν χρειαζόμασταν προπονητή. Ήταν άδικο για τον Μπομπ Πέισλι επειδή είχε φτιάξει το δικό του δημιούργημα, αλλά δεν το φώναζε τόσο πολύ όπως ο Μπράιαν Κλαφ. Το ίδιο συμβαίνει τώρα και με τον Γκουαρντιόλα. Ωστόσο, όποιος ξέρει ποδόσφαιρο καταλαβαίνει». Κι εμείς καταλαβαίνουμε. Εν κατακλείδι, η ομάδα της Καταλονίας, κατά την γνώμη μου, μόνο με έναν τρόπο μπορεί να χάσει τη λάμψη της: τη θέληση. Είτε τη δικιά της, είτε του χρόνου.
Υ.Γ.1 Νομίζω ότι αν ο Γκουαρντιόλα μπορούσε να πάρει τάιμ άουτ από το πρώτο λεπτό, θα το έπαιρνε δίχως σκέψη. Η είδηση δεν συνοψίζεται στην ορμητικότητα και στο υψηλό κίνητρο των Μαδριλένων. Επαφίεται στα αβίαστα λάθη των γηπεδούχων. Επαναλαμβάνω τη λέξη ''αβίαστα''. Σας έχω υποσχεθεί ότι κάποια στιγμή θα διαχωρίσουμε τις έννοιες. Το αντίδοτο της Μπάρτσα στην ψυχολογική και αγωνιστική πίεση της Ρεάλ, ονομαζόταν ''λάθος αντιδράσεις''. Η Μπάρτσα ξύπνησε από το 35' λεπτό και έπειτα, πέτυχαίνοντας δυο γκολ κόντρα στη ροή του παιχνιδιού, μόνο και μόνο για να ξανακοιμηθεί στα μέσα του δευτέρου ημιχρόνου. Η πρόκριση, πάντως, βγήκε ραντεβού με τους Καταλανούς. Κι ας πέτυχαν οι φιλοξενούμενοι μια ηθική νίκη. Όχι, δεν υπερβάλλω: το γεγονός ότι η Ρεάλ δεν διασύρθηκε αποτελεί για μεγάλη μερίδα του φίλαθλου κοινού σημαντική επιτυχία. Θα έχουμε, όμως, κι άλλα επεισόδια. Τέλος, παραθέτω ένα σχόλιο που διάβασα σε αθλητική ιστοσελίδα: «Πώς σε κατάντησαν έτσι, ρε Ρεάλ. Όλοι μιλούσαν για το επιθετικό σου ποδόσφαιρο και το πρεστίζ που έβγαζες προς τα έξω. Τώρα ασχολούνται με τον Μουρίνιο, τον Πέπε και τον Ρονάλντο (ιμιτασιόν) και κάπου στο βάθος υπάρχει και μια Ρεάλ». Κι όμως, η Ρεάλ θα είναι για πάντα (η) Βασίλισσα. Όπως είπε, μεταξύ άλλων, ο Τσάβι: «Στο τέλος αντέξαμε και πήραμε την πρόκριση. Ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται απόλυτα πόσο δύσκολο είναι να κερδίζεις μία ομάδα σαν τη Ρεάλ». Έχει άδικο;
Υ.Γ.2 Γράφει ο Νίκος Παπαδογιάννης: «Ο Βαγγέλης Αλεξανδρής είναι ο τελευταίος που ευθύνεται για την κατρακύλα, αλλά μπορεί να γίνει ο πρώτος που θα την πληρώσει». Έχω αρκετά παράπονα για ορισμένα γραπτά του συγκεκριμένου δημοσιογράφου, αλλά στην προκειμένη περίπτωση είναι σωστός. Δαμιανίδη, κανόνισε την πορεία σου.
Υ.Γ.3 Οι Ιερολοχίτες έβγαλαν μια αιχμηρή ανακοίνωση κατά όλων εκείνων που ''έπαιξαν'' και εξακολουθούν να ''παίζουν'' με το μέλλον του συλλόγου. Με βρίσκει σύμφωνο. Το νου σας, ρεμάλια.
Υ.Γ.4 Έχουν περάσει τόσες ώρες από τον αποκλεισμό κι ακόμα η Π.Α.Ε. Π.Α.Ο.Κ. δεν έχει προβεί σε ανακοίνωση κατά του αέρα. Ο αέρας δεν έφταιγε; Κάνω λάθος; Να μας πει ο ''εκκωφαντικός'', κύριος Ζαγοράκης.
Υ.Γ.5 Ρε Αδαμίδη, κουράστηκα. Βαρέθηκα. Κορέστηκα. Δεν μπορώ άλλο τόσο ενδιαφέρον για μια χρεωμένη εταιρία. Ειλικρινά δεν μπορώ. Εσύ, πώς το αντέχεις;
Υ.Γ.6 Το μυαλό μου πήγε στους Megadeth. Δεν ήξερα, όμως, ποιο τραγούδι να τσοντάρω. Με μια αυθόρμητη κίνηση κατέληξα στο ακόλουθο. Ελπίζω να σας αρέσει.









